| Απαρέσκεια απαρέσκεια η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:‹ από + αρέσκεια ‹ άρεσκος = ευχάριστος] 1. το να μην... είναι κάτι αρεστό, να μην είναι ευχάριστο: «τα λόγια του μου γέννησαν απαρέσκεια» συνώνυμα: δυσαρέσκεια, δυσανασχέτηση αντίθετα: ευχαρίστηση, ευαρέσκεια 2. η εκδήλωση δυσαρέσκειας, η αποδοκιμασία: «δε δίστασε να δείξει την απαρέσκειά του σε ό,τι του είπα». Ανακτήθηκε από εδώ |
Απαρέσκεια = Η εκδήλωση δυσαρέσκειας....
staratalogia
Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2011
0 σχολια








0 Post a Comment:
Δημοσίευση σχολίου