Πρόσφατα Άρθρα Διαβάστε τις τελευταίες αναρτήσεις μας

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συρία και οι συνέπειες για την Ελλάδα


Άρθρο Υπτγου ε.α. Νίκου Καρατουλιώτη

Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Συρία, που ανακοινώθηκε από τον Ντόλαντ Τράμπ, θα δώσει την ευκαιρία στο Ισλαμικό Κράτος να ανασυνταχθεί. Δήλωσε ο σιναπισμός Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (αραβο-κουρδικός, συνασπισμός υπό την διοίκηση των ΗΠΑ).

Η Μόσχα εκτιμά ότι απόφαση αποχώρησης των ΗΠΑ δημιουργεί καλές προοπτικές για την πολιτική διευθέτηση της κρίσης στην Συρία.



Την ίδια στιγμή οι Τούρκοι ετοιμάζονται να εισβάλουν στην περιοχή και να «θάψουν στα χαρακώματα» τους Κούρδους της περιοχής ανατολικά του Ευφράτη, σύμφωνα με δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εθνικής Άμυνας Χουλουσί Ακάρ.

Με την αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή δεν υπάρχει εμπόδιο για το Ιράν να ανοίξει διάδρομο, με τον οποίο μέσω Ιράκ-Συρίας- Λίβανο, να φτάσει στην Μεσόγειο.

Το Ισραήλ διαβεβαίωσε ότι δεν θα επιτρέψει στην γειτονική Συρία να εξελιχτεί σε προγεφύρωμα της Τεχεράνης.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή και το ενδεχόμενο αμερικανοτουρκικής σύγκλησης ανησυχούν Ελλάδα και Κύπρο, με αποτέλεσμα τόσο Αλέξης Τσίπρας να δηλώσει «έχουμε μια ανησυχία ... Για τις εξελίξεις στη Συρία», αλλά ανάλογες ήταν και οι δηλώσεις της Λευκωσίας.

Στην Ελλάδα επικρατεί μέγας προβληματισμός καθόσον η κυβέρνηση υπολόγιζε πολύ στις ΗΠΑ για τον περιορισμό της Τουρκικής επιθετικότητας.

Η Real politick διαψεύδει την ύπαρξη ηθικής στις διεθνείς σχέσεις. Συμφέροντα και μόνο υπάρχουν.

Ο πολιτικός αμοραλισμός τόσο των ΗΠΑ αλλά και της Ρωσίας είναι εμφανέστατος στο ξεπούλημα του κουρδικού λαού.

Ο φόβος της εγκατάλειψης του ελληνισμού (Κύπρος και Ελλάδα), στις ορέξεις των Τούρκων τόσο από τις ΗΠΑ, αλλά και από την Ρωσία, είναι εμφανείς.

Ήδη η λαλίστατη Μόσχα σχετικά με την επιθετικότητα των τούρκων στο Αιγαίο και ειδικά τα Χριστούγεννα, αυτή την φορά σιώπησε.

Η Ελλάδα με τις ενέργειες της (ματαίωση της συμφωνίας TOMA BMP-3, απέλαση ρώσων διπλωματών, ματαίωση του South Stream, κλπ), έχει κατορθώσει να έρθει αντιμέτωπη με την Ρωσία, που ήταν διαχρονικά ένα καλός σύμμαχος των ελληνικών συμφερόντων στην Μεσόγειο – Αιγαίο.

Από την άλλη μεριά, λειτουργώντας ως «υπάκουος σύμμαχος» των ΗΠΑ, ακόμη και σε βάρος των συμφερόντων της, αποδείχθηκε ότι η Αμερική θεωρεί δεδομένη την Ελλάδα... με ότι αυτό σημαίνει.

Συμπερασματικά αλλά και εκ του τρόπου δράσεως της Τουρκίας διαχρονικά, εύκολα δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα: ότι μόλις η Τουρκία κλείσει το μέτωπο στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας, θα στραφεί προς δυσμάς (Αιγαίο-Μεσόγειο), αναβαθμισμένη γεωπολιτικά και εμπειροπόλεμη στρατιωτικά.

Οι μετριότητες και ανθυπομετριότητες που απαρτίζουν το πολιτικό σκηνικό αδυνατούν να διαχειρισθούν προβλήματα τέτοιου γεωστρατηγικού μεγέθους και ενδεχομένως πολύ σύντομα να βρεθούμε προ αδιεξόδου, αλλά ακόμη και ενώπιον εθνικού ακρωτηριασμού.

Κοζάνη 27/12/18

Νίκος Καρατουλιώτης Υποστράτηγος Ε.Α

«ΚΕΝΑ ΑΕΡΟΣ» στην αγορά F-35 Τουρκίας & Ισραήλ


ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ F-16.
Οι αναλυτές δεν αποκλείουν το σενάριο η Τουρκία να «μαζέψει» τα σχέδιά της για τα νέα μαχητικά, ενώ την ίδια ώρα οι Ισραηλινοί ίσως στραφούν στα F-15.
Ενώ το πρό­γραμμα των F-35 δείχνει να «φρενάρει» στην ευρύτερη περιοχή, η επιλογή της Αθήνας να αναβαθμίσει τα F-16 της διασφαλίζει τη δυναμική της ελληνικής αεράμυνας για τα επόμενα χρόνια.

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ και σύνθετα προβλή­ματα «ταλαιπωρούν» το πρόγραμμα των «αόρατων μαχητικών» F-35 της Τουρκί­ας, το οποίο δείχνει να μην βρίσκεται πλέον σε σταθερή τροχιά. Την ίδια στιγ­μή, προβληματισμό για το κατά πόσο θα μπορεί να παραλάβει εγκαίρως τα F-35 εκφράζει και το Ισραήλ, το οποίο εξετάζει ως ενδιάμεση λύση μια ακόμη παραγγελία μαχητικών F-15. Αν σε όλα αυτά προστεθούν τα τεχνικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ακόμη το υπό εξέλιξη αεροσκάφος της Αμερικανικής Αεροπο­ρίας, τότε δικαιώνεται πλήρως η από­φαση της Αθήνας σε πρώτη φάση να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό των F-16 που διαθέτει, ώστε να καλύψει την άμυνα της χώρας, μεταθέτοντας για αρ­γότερα τις όποιες αποφάσεις για τα F-35.

Στόχος της Τουρκίας ήταν να ξεκι­νήσει από το 2019 τη σταδιακή έντα­ξη των μαχητικών F-35 στο οπλοστάσιό της, με προοπτική να αποκτήσει στρα­τηγική υπεροπλία στην περιοχή με την πλήρη αξιοποίηση του νέου αόρατου αε­ροσκάφους μέχρι το 2023, χρονιά κατά την οποία ο Ταγίπ Ερντογάν επιθυμεί να παρουσιάσει σημαντικά επιτεύγμα­τα για την 100ή επέτειο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Μια σειρά από γεγονότα, ωστόσο, φαίνεται να φρε­νάρουν σοβαρά τους σχεδιασμούς τόσο του Προέδρου όσο και του Γενικού Επι­τελείου της Τουρκίας.

Μια πρώτη σημαντική «εμπλοκή» για την Τουρκία έχει προκ'υψει μετά την απόφαση για την προμήθεια του αντια­εροπορικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία. Οι αντιαεροπορικοί πύραυλοι θα πρέπει να ενταχθούν στο σύστημα αε­ράμυνας της χώρας, που περιλαμβάνει τόσο τα μαχητικά αεροσκάφη (μαζί με αυτά και τα F-35) όσο και τους πυραύλους αεράμυνας. Για να γίνει όμως αυτό απαιτείται η εκατέρωθεν ανταλλαγή των πηγαίων κωδικών (source codes) των συστημάτων. Την κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο η ανάθεση του έρ­γου διασύνδεσης των όπλων της Τουρ­κικής Αεροπορίας στις εγχώριες εταιρείες Aselsan και Havelsan. Κάτι που σημαίνει ότι ΗΠΑ και Ρωσία θα πρέπει να «παράσχουν» στην τουρκική αμυντι­κή βιομηχανία μεγάλο όγκο απόρρητων πληροφοριών.

Σενάρια «απαγκίστρωσης»

Ήδη αναλύσεις του διεθνούς αμυντικού Τύπου αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη ανάθεση θα καθυστερήσει το πρόγραμ­μα των F-35. Συνδυάζουν δε την εξέλιξη με τις συναντήσεις που έγιναν πρόσφα­τα στο υφυπουργείο Αμυντικής Βιομη­χανίας (SSM) της Τουρκίας με αντιπροσωπείες από τη βρετανική αμυντική βι­ομηχανία, κυρίως με τις BAE Systems και Rolls-Royce, με στόχο να σχεδιά­σουν το μέλλον της προσπάθειας ενο­ποίησης των συστημάτων αεράμυνας. Οι αναλυτές αυτοί δεν αποκλείουν, μά­λιστα, και το ενδεχόμενο «απαγκίστρω­σης» της Τουρκίας από τον «πυρήνα» της ομάδας των F-35.

Το κλίμα αυτό ενισχύεται από άλλους δύο παράγοντες. Πρώτον, από το ενδε­χόμενο, παρά την προβολή της ως οι­κονομικής υπερδύναμης, η Τουρκία να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το βάρος μιας μαζικής προμήθειας F-35. Δεύτερον, από το γεγονός ότι η περίπλοκη σχέση των τελευταίων ετών με την Ουάσιγκτον οδηγεί πολλούς ηγετικούς παράγοντες της Τουρκίας να μην επιθυμούν την αποκλειστική αμυντική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, άλλω­στε, ελήφθη και η απόφαση για την προ­μήθεια των S-400. Μια συμφωνία με ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, προβληματισμός φαί­νεται να επικρατεί και στο Ισραήλ, με δύο πρόσφατα δημοσιεύματα της εφη­μερίδας «Haaretz» να κάνουν λόγο για «δίλημμα» στην ηγεσία της Αεροπορίας της χώρας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι Ισραηλινοί δεν έχουν αποφασίσει ακόμη αν θα πρέπει να κινηθούν στην άμεση παραγγελία περισσότερων αεροσκαφών F-35 ή να προχωρήσουν σε ένα ενδιάμεσο πρόγραμμα με παραγγελία σημαντικού αριθμού εξελιγμένων αερο­σκαφών F-15. Κατά τα δημοσιεύματα, οι υποστηρικτές της δεύτερης λύσης επι­σημαίνουν ότι τα F-15 είναι παραδοτέα άμεσα, δεν θα αντιμετωπίσουν «παιδι­κές ασθένειες» και έχουν ιδιαίτερα μεγά­λη ακτίνα δράσης αλλά και μεγάλο οπλι­κό φορτίο, παράγοντες σημαντικοί για την ισραηλινή Αεροπορία.

Οι εξελίξεις στις δύο χώρες δεν συνδέ­ονται μεταξύ τους. Δείχνουν, ωστόσο, ότι το πρόγραμμα των F-35 «φρενάρει» στην ευρύτερη περιοχή. Και, κατά συνέπεια, δικαιώνουν την επιλογή της ελληνικής πλευράς να προχωρήσει εδώ και τώρα με την αναβάθμιση των F-16, που θα δι­ασφαλίσει τις δυνατότητες της ελληνι­κής αεράμυνας χωρίς προβλήματα για τα επόμενα χρόνια, διατηρώντας έναν σύγχρονο και ισχυρό στόλο μαχητικών.

Προς επίρρωση όλων αυτών, η ετή­σια αναφορά ΟΤ&Ε (Operational Test and Evaluation) για το πρόγραμμα των F-35 στις ΗΠΑ δείχνει επίσης καθυστε­ρήσεις. Σύμφωνα με την αναφορά, ο στόλος των F-35 παραμένει «επιχειρη­σιακά ακατάλληλος, αφού δεν καλύπτει ακόμη τις απαιτήσεις των κλάδων των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων», ενώ επισημαίνεται ότι «οι βελτιώσεις όλων των σχετικών παραμέτρων συγκριτικά με την προηγούμενη αναφορά (2016) ήταν από οριακή έως και ανύπαρκτη».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ-gdascalopoulos@gmail.com
(ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ-11/02/2018 - ΦΩΤΟ: pronews - [Μετατροπή σε κείμενο: staratalogia.blogspot.gr])

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.


Αντιδράσεις σε ΗΠΑ για τα F-35 προς Τουρκία

Λόγω της προμήθειας πυραυλικών συστημάτων S-400 από τη Ρωσία - Πιέσεις στο Κογκρέσο και από την ομογένεια.

Πληθαίνουν οι φωνές στο εσωτε­ρικό των ΗΠΑ για σύνδεση της συμφωνίας με την Τουρκία για συμπαραγωγή του F-35 με τη σχεδιαζόμενη από την Άγκυρα, αλλά ακόμη εκκρεμή, προμήθεια πυραυλικών συστημάτων S-400 από τη Ρωσία. Συγκεκριμένα, υπάρχουν πιέσεις για ακύρωση, αναστολή ή και τροποποίηση της συμφωνίας αγοράς F-35, σε περίπτωση που οριστικοποιηθεί η προμήθεια ρωσικών πυραυλι­κών συστημάτων. Υπενθυμίζεται ότι η Τουρκία έχει παραγγείλει σε αρχικό στάδιο 100 αεροσκάφη του συγκεκριμένου τύπου και συμμετέχει στο πρόγραμμα του αεροσκάφους ως συμπαραγωγός χώρα. Τον περασμένο Νοέμβριο, είχε αρχικά εκφράσει τις σχετικές ανησυχίες η Χάιντι Γκραντ, εκ των μόνιμων υφυπουργών της αμερικανικής πολεμικής αερο­πορίας, για τη διαλειτουργικότητα των ρωσικής κατασκευής συστημάτων με τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35.

Η ανησυχία της κ. Γκραντ δεν ήταν, προφανών, τεχνικού χα­ρακτήρα, αλλά συνδεόταν άμεσα με την πιθανότητα απόκτησης, μέσω των συστημάτων διασύν­δεσης των S-400, κρίσιμων στοι­χείων για τον τρόπο λειτουργίας των F-35. Δεδομένου, μάλιστα, ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο έως σήμερα δεν έχει οριστικοποιηθεί η συμφωνία Μόσχας - Άγκυρας για την αγορά S-400 εί­ναι η παράλληλη μεταφορά τεχνογνωσίας.

Τους προηγούμενους μήνες, μέλη του Κογκρέσου όπως ο Ρεπουμπλικανός Ντέιβιντ Σισίλιν ζητούσαν ακύρωση της συμφωνίας παραχώρησης F-35 στην Τουρκία, ως αντίποινα για την επίθεση Τούρκων φρουρών του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εναντίον διαδηλωτών κατά την επίσκεψη του προέδρου της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον. Υπενθυμίζεται ότι, με την αφορμή του ξυλοδαρμού των διαδηλωτών στην Ουάσιγκτον, είχε «μπλοκαριστεί» η πώ­ληση ημιαυτόματων όπλων αμερικανικής κατασκευής στη φρου­ρά του Ερντογάν, ενώ είχαν ασκηθεί πιέσεις για ακόμα πιο δραστική απάντηση. Ιδιαίτερα ενεργητικοί στην κατεύθυνση της άσκησης πιέσεων προς το Κογκρέσο είναι Έλληνες αλλά και Αρμένιοι ομογενείς, οι οποίοι αναδεικνύουν τη γενικότερη τουρκική στάση έναντι των χω­ρών καταγωγής τους, αλλά και ως προς την Κύπρο. Με βάση τον προγραμματισμό της κατασκευάστριας εταιρείας Lockheed Martin, τα πρώτα 10 ή 12 μαχη­τικά πέμπτης γενιάς τύπου F-35 θα πρέπει να παραδοθούν στην Τουρκία εντός του 2018, ενώ τα υπόλοιπα έως το 2022.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ
(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ-09/02/2018 - [Μετατροπή σε κείμενο: staratalogia.blogspot.gr])

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.

«Στράβωσαν» οι ΗΠΑ με τους S-400 της Άγκυρας


Ανησυχεί και το ΝΑΤΟ με τη συμφωνία Τουρκίας - Ρωσίας! Το αντιπυραυλικό σύστημα θα ξεπεράσει τα 2 δισ. δολάρια

Εντονη ανησυχία επικρατεί στο ΝΑΤΟ -αλλά και στις ΗΠΑ- μετά την πώληση του ανεπτυγμένου ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400 από τη Μόσχα στην Αγκυρα. Η εξέλιξη προστίθεται στη λίστα με τα ζητήματα που προκαλούν εντάσεις μεταξύ των δύο κρατών την ώρα που από την Αγκυρα ανακοινώθηκε πως ο πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ θα επισκεφθεί τις ΗΠΑ το διάστημα 7-11 Νοεμβρίου. 

Αναφορικά με το αντιπυραυλικό σύστημα, το πρακτορείο TASS μετέδιδε χθες πως «η Ρωσία πούλησε τους S-400 στην Τουρκία για ένα ποσό που αναμένεται να ξεπεράσει τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια», επικαλούμενο τις δηλώσεις που έκανε για το θέμα ο επικεφαλής της ρωσικής κρατικής εταιρίας Rostec Σεργκέι Σεμέζοφ.

Αρχικά η Αγκυρα είχε συνάψει ένα συμβόλαιο αξίας 3,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την Κίνα για να αγοράσει ένα αντιπυραυλικό σύστημα από το Πεκίνο, το 2013, όμως δύο χρόνια αργότερα προτίμησε να ακυρώσει τη συμφωνία, λέγοντας ότι θα επικεντρωθεί στην ανάπτυξη δικού της συστήματος. Στην πορεία ωστόσο η Αγκυρα άλλαξε «γραμμή πλεύσης» και στράφηκε προς τη Ρωσία για την αγορά των S-400.

Αντιδράσεις

Το «χρυσό» ρωσοτουρκικό εξοπλιστικό deal ήδη έχει προκαλέσει αντιδράσεις στις τάξεις του ΝΑΤΟ, όπως βέβαια και στην Ουάσινγκτον, καθώς κανείς δεν βλέπει με καλό μάτι την επαναπροσέγγιση που καταγράφεται ανάμεσα σε Μόσχα και Αγκυρα, μετά την κρίση που είχε πρόσφατα σημαδέψει τις σχέσεις των δύο χωρών. Μόλις την περασμένη εβδομάδα κορυφαίο στέλεχος του ΝΑΤΟ, ο στρατηγός Πετρ Πάβελ, με νόημα προειδοποιούσε την Τουρκία πως η απόφασή της να αγοράσει αντιπυραυλικό σύστημα από τη Ρωσία είναι μια απόφαση που θα έχει επιπτώσεις, χωρίς ωστόσο να γίνεται πιο σαφής ως προς το τι εννοούσε.

Μιλώντας, πάντως, χθες στο ειδησεογραφικό δίκτυο Sputnik, ο απόστρατος στρατηγός της Τουρκίας Μπεγιαζίτ Καρατάς εξηγούσε από τη δική του πλευρά πως η απόφαση της Άγκυρας να αγοράσει τους S-400 οφείλεται καθαρά στην «υποκριτική στάση» που τηρούσαν απέναντι στη χώρα του για χρόνια τόσο οι ΗΠΑ όσο και το ΝΑΤΟ. 

«Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από τη δεκαετία του '50, αλλά ακόμη η χώρα δεν μπορεί να προμηθευτεί αντιπυραυλικό σύστημα μεγάλου βεληνεκούς, κάτι που χρειάζεται απόλυτα» είπε χαρακτηριστικά ο Καρατάς, θέλοντας να εξηγήσει γιατί η Αγκυρα γύρισε την πλάτη στη Δύση και έκανε εξοπλιστικό deal με τους Ρώσους.

Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
(ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-03/11/2017 - [Μετατροπή σε κείμενο: staratalogia.blogspot.gr])

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

Το ρωσικό υπερ-όπλο στον τουρκικό στρατό


Ανησυχία στο Πεντάγωνο από την πώληση του κορυφαίου α/α συστήματος.
Η προμήθεια των S-400 είναι η τρίτη μεγάλη ρωσο-τουρκική συμφωνία, καθώς έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες για τα ενεργειακά ζητήματα.

Η Ρωσία, προωθώντας τα συμφέροντά της στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και αδιαφορώντας για τις ανησυχίες της Ελλάδας, θα πουλήσει στην Τουρκία το υπερσύχρονο αντιαεροπορικό σύστημα S-400.

Στις 9 Ιουνίου το ρωσικό πρακτορείο Tass μετέδωσε ότι η Ρωσία και η Τουρκία έχουν καταλήξει στις τεχνικές παραμέτρους του συμβολαίου που αφορά την πώληση των S-400 Triumf και πως αντιπροσωπεία της ρωσικής εταιρείας Rosabaron Export είχε επισκεφθεί την Τουρκία για να συζητήσει λεπτομέρειες που είχαν σχέση με το συμ­βόλαιο, ενώ συμφωνήθηκαν οι τεχνικές παράμετροι της συμφωνίας.

Δύο μέρες νωρίτερα, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν είχε δηλώσει ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να πουλή­σει στην Τουρκία πυραύλους S-400 και ότι το θέμα είχε συζητηθεί στην τελευταία συνάντηση που είχε με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οι S-400 Triumf είναι αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστή­ματα, που είναι σε θέση να πλήξουν πυραύλους τύπου Κρουζ, βαλλιστικούς πυραύλους αλλά και επίγειους στό­χους. Η μοναδική εκκρεμότητα είναι η ικανοποίηση του αιτήματος της Τουρκίας, που είναι η τουρκική βιομηχανία να αναλάβει μέρος της συμπαραγωγής του συστήματος. Η Άγκυρα θα κάνει τα πάντα για ένα πρόγραμμα συμπαρα­γωγής στην Τουρκία και αυτό διότι: θα ενισχύσει την ασφάλεια της χώρας και, κυρίως, θα επιτύχει την ποιοτι­κή αναβάθμιση του στρατιωτικού προσωπικού που θα εμπλακεί στο πρόγραμμα των S-400 και, συνεπώς, και της αμυντικής βιομηχανικής υποδομής της Τουρκίας.

Η προμήθεια των S-400 είναι η τρίτη μεγάλη ρωσο- τουρκική συμφωνία, καθώς έχουν ήδη υπογράφει συμφωνίες για τα ενεργειακά ζητήματα, και συγκεκριμένα η κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου «Turkish Stream», αλλά και η κατασκευή του πυρηνικού σταθμού παραγω­γής ηλεκτρικής ενέργειας Akyyou (η επένδυση εκτιμάται στα 22 δισεκατομμύρια δολάρια).

Προειδοποίηση από τις ΗΠΑ

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προειδοποίησε τους Τούρ­κους να μην προχωρήσουν στην υλοποίηση των παραπά­νω συμφωνιών, αλλά φαίνεται ότι η Άγκυρα την αγνόησε. Βέβαια, η απάντηση της Τουρκίας ήταν αναμενόμενη, με­τά την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να προχω­ρήσει στον εξοπλισμό των μεγαλύτερων εχθρών της Τουρκίας, των Κούρδων της Συρίας, που με τη βοήθεια της Ουάσινγκτον εξελίσσονται σε αξιόπιστη και ισχυρή στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολι­τείες θα αντιδράσουν, καθόσον δεν έχουν κανένα περιθώριο να επιτρέψουν την αγορά ρωσικού οπλισμού από χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, η οποία μάλιστα είναι σε διαδικα­σία απεξάρτησης από τη Δύση.

Η προοπτική ενίσχυσης της τουρκικής Αεροπορίας με αντιαεροπορικά συστήματα S-440 και με τα υπερσύγχρο­να μαχητικά αεροσκάφη F-35 ΣΤΕΛΘ προβληματίζει ιδι­αίτερα την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του ελληνι­κού υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ήδη σχεδιάζεται από τους αρμόδιους επιτελείς η ελληνική απάντηση...

Χρήστος Α. Καπούτσης
(ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ-17/06/2017)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

Πύραυλοι S-500: Το νέο αήττητο ρωσικό υπερόπλο


ΣΤΟΧΟΥΣ ακόμη και στο ανώτε­ρο τμήμα της ατμόσφαιρας, 100 χιλιόμετρα πάνω από την επιφά­νεια της Γης, θα μπορεί να εντο­πίσει και να πλήξει το νέο υπε­ρόπλο της Μόσχας -το πυραυ­λικό σύστημα της Ρωσίας S-500, αφού το βεληνεκές του φτάνει τα 600 χιλιόμετρα!

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα του ξεφεύγουν στόχοι που κι­νούνται σε χαμηλότερα ύψη -ελικόπτερα και αεροπλάνα, αλ­λά και πύραυλοι Κρουζ.

Το νέο σύστημα, μετεξέλιξη του επίσης πανίσχυρου S-400 και του αντίστοιχου αμερικανι­κού συστήματος PAC-3, έχει τη δυνατότητα να αναχαιτίζει ακό­μη και 10 βαλλιστικούς και υπε­ρηχητικούς πυραύλους ταυτό­χρονα, αν αυτοί κινούνται με ταχύτητα έως 7 χλμ./δευτερόλεπτο! Κανένα άλλο από τα συ­στήματα εδάφους - αέρος που έχουν φτιαχτεί έως σήμερα δεν φτάνει το βεληνεκές του S-500. Τα παραπάνω αποκάλυψε ο αρ­χιμηχανικός της αμυντικής βι­ομηχανίας Almaz-Antey, κατασκευάστριας του συστήματος, Πάβελ Σοζίνοφ.

Είναι ασφαλές να πούμε ότι η Ρωσία δημιούργησε το πρώ­το πολυεπίπεδο σύστημα αερά­μυνας που θα προστατεύσει με αξιοπιστία τη χώρα από μαζικά πυραυλικά χτυπήματα, μετέδω­σε το ειδησεογραφικό πρακτο­ρείο Zvezda.

Το νέο ρωσικό υπερόπλο βρίσκεται ακόμη σε φάση δοκι­μών. Οι τελικές δοκιμές του συ­στήματος θα γίνουν στο Καζακ­στάν. Ωστόσο, δεν θα είναι δι­αθέσιμο στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις πριν από τις αρχές του 2018, δήλωσε ο Ρώσος αναπλη­ρωτής υπουργός Άμυνας Γιούρι Μπορίσοφ.

(ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ-26/04/2017)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ;


Η μετατροπή των ΗΠΑ σε χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η γεωστρατηγική παράλυση της Ρωσίας και η ανάγκη της Ελλάδας να επενδύσει σε συμμαχίες στην περιφέρεια της.
Πυρήνας της στρατηγικής του Τραμπ ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, γι' αυτό και του έχει απαγορευτεί ουσιαστικά να ασκεί εξωτερική πολιτική.
Η ΑΓΚΥΡΑ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΙ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΝ «ΜΕΓΑΛΩΝ», ΕΝΤΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ.
ΤΥΧΟΝ «ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ» ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΜΟΣΧΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΙΤΡΑΜΠΙΚΟ ΛΟΜΠΙ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ, ΠΑΓΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΡΟΣΙΣΜΟ.
Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες μπορεί η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος, η Αρμενία και η Σερβία. Οι τρεις πρώτες είναι αντιτουρκικές και η τελευταία μπορεί να περιορίσει την Αλβανία από το να δρα ως «μακρύ χέρι» του Ερντογάν.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Το ιδιόρρυθμο, μετανεωτερικό πραξικόπημα εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ που βρίσκεται υπό εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες από ένα πανίσχυρο κομμάτι του αμερικανικού κατεστημένου έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κενό εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Μεταξύ των άλ­λων, ουσιαστικά έχει απαγορευτεί στον νέο Αμερικανό πρόεδρο να ασκεί εξωτερική πολιτική, δεδομένου ότι πυρήνας της στρατηγικής του ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, έτσι ώστε να ξεκινήσει μια προσπάθεια αποσυσπείρωσης της Ευρασίας και απομόνωσης της ανερχόμενης Κίνας.

Κατά συνέπεια, έως ότου τερματιστεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός στο αμερικανικό πλέγμα εξουσίας, οι ΗΠΑ θεωρούνται χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και οι δυνατότητες αλλά και οι προθέσεις τους να παρεμβαίνουν στο εξωτερικό είναι μη προσδιορίσιμες. Και ούτε μπορούμε να είμαστε σίγου­ροι ότι αυτή η κατάσταση θα επιλυθεί σύντομα ή ότι δεν θα κληροδοτήσει, ακόμη και μετά την όποια «επίλυσή» της, μια εγγενή ασάφεια στις γεωστρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον.

Το κενό αυτό αναμένεται, ωστόσο, να αξιοποιηθεί ως παράθυρο ευκαιρίας από την Άγκυρα, ώστε να εντείνει την επιθετικά αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο για να ενισχύσει το γεωπολιτικό της χαρτοφυλάκιο και να είναι σε θέση να επαναδιαπραγματευτεί από θέση ισχύος τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, όταν και αν αναδημιουργηθεί ο μηχανισμός εξουσίας στην Ουάσιγκτον και επανεκκινήσει η αμερικανική στρατηγική. Ως εκ τούτου, και η Ελλάδα οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα, «μετααμερικανική» τρόπον τινά κατάσταση προκειμένου να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα.

Συγκεκριμένα, η αποφασιστική παρέμβαση της Ουάσιγκτον στις κρίσεις του ελληνοτουρκικού συστήματος δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη -αν ήταν και ποτέ. Άρα η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική θα πρέπει να ξεπεράσει την... παιδική της ηλικία και να περάσει στη φάση της ενηλικίωσης όπου θα πρέπει να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να βασίζεται παρά μόνον στον εαυτό της. Παρεμπιπτόντως η παραδοχή της μειωμένης αμερικανικής επιρροής στα διεθνή θέματα γενικώς και στο ελληνοτουρκικό σύστημα ειδικότερα επ' ουδ.ενί θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια υπερβάλλουσα προσδοκία όσον αφορά στον ρόλο της Ρωσίας. Αντιθέτως το κενό εξουσίας που έχει προκύψει στην Ουάσιγκτον εξ αντικειμένου οδηγεί και τη Μόσχα σε προσωρινή γεωστρατηγική παράλυση, δεδομένου ότι τυχόν «λανθασμένες» ή «προκλητικές» γεωπολιτικές κινήσεις από πλευράς της θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από το αντιτραμπικό λόμπι των Ηνωμένων Πολιτειών και να παγιώσουν τον μισαλλόδοξο αντιρωσισμό στην αμερικανική πολιτική.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιλογές συμμαχιών και ενίσχυσης των γεωστρατηγικών σχέ­σεων της Ελλάδας με άλλες χώρες. Απλώς, αντί να αναζητούμε κάποιον παντοδύναμο γίγαντα-προστάτη έτσι ώστε να έχουμε τη φαντασίωση ότι προστατευόμαστε από κάποια πανίσχυρη δύναμη, διαιωνίζοντας εν παραλλήλω μια κατάσταση «θεσμοθετημένα» μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί οργανικό μέρος της πολιτικής φιλοσοφίας και του τρόπου διακυβέρνησης των εγχώριων ηγετικών ελίτ, μπορούμε και οφείλουμε να αναζητήσουμε ισότιμες συμμαχίες με χώρες στην περιφέρειά μας με τις οποίες έχουμε αυτή τη στιγμή συνεργατικά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. 

Δημιουργώντας έναν δακτύλιο ασφαλείας γύρω μας

Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε άλλα άρθρα του στα «Επίκαιρα», η Ελλάδα θα μπορούσε να επενδύσει στη δημιουργία ενός συμμαχικού δακτυλίου γύρω της τοποθετώντας τον εαυτό της στο κέντρο ενός σπονδυλωτού γεω-συστήματος που θα ξεκινά από τα Βαλκάνια και θα καταλήγει στην Κεντρική Ασία. Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες θα μπορούσε η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος η Αρμενία και η Σερβία. Οι δύο πρώτες είναι φύσει και θέσει αντιτουρκικές διεκδικώντας κυρίαρχο ρόλο στις ίδιες περιοχές με την Τουρκία, ενώ φαίνεται να θεωρούν την Ελλάδα εν δυνάμει παράγοντα συμβολής στις γεωπολιτικές τους φιλοδοξίες. Η δε Αρμενία είναι μια παραδοσιακά φιλελληνική και οργανικά αντιτουρκική χώρα, μικρή μεν, αλλά με μεγάλο γεωπολιτικό δυναμισμό, με ισχυρό λόμπι στην Ουάσιγκτον και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και με τη σχέση της με τη Μόσχα να ενισχύεται διαρκώς.

Όσο για τη Σερβία, επαναδιεκδικεί μια κυρίαρχη θέση στα Δυτικά Βαλκάνια, ιδιαίτερα μετά το «ορφάνεμα» της Αλβανίας και των Σκοπίων, που είχαν ταυτιστεί με το λόμπι των Δημοκρατικών στην Ουάσιγκτον. Επίσης, αναβαθμίζει κι αυτή δραστικά τις σχέσεις της με τη Ρωσία και η αυτοπεποίθησή της ενισχύεται ολοένα και περισσότερο. Μεταξύ των άλλων πλεονεκτημάτων μιας ουσιαστικής ελληνοσερβικής προσέγγισης θα ήταν και η τοποθέτηση της Αλβανίας σε μια γεωπολιτική λαβίδα που θα την καθιστούσε ιδιαίτερα προσεκτική όσον αφορά σε τυχόν επιλογές της να λειτουργεί ως «μακρύ χέρι» της Άγκυρας στην περιοχή, ενώ ο αποχαλινωμένος αλβανικός εθνικισμός πιθανώς να κινούνταν προς πιο μετριοπαθείς κατευθύνσεις.

Άποψη δε του γράφοντος είναι πως, σε αντίθεση με ό,τι κατά και ρούς υποστηρίζεται, το Ισραήλ δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτού του δακτυλίου. Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι σχέσεις με το Τελ Αβίβ θα πρέπει να οδηγηθούν σε μια «εποχή των παγετώνων». Όμως οι θεωρίες περί ελληνοϊσραηλινής-αντιτουρκικής συμμαχίας δύσκολα μπορούν να τεκμηριωθούν. Μεταξύ των άλλων, το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν θέλει να αποκτήσει έναν ακόμη εχθρό στην περιοχή.

Αντιθέτως, δείχνει πως επιδιώκει απεγνωσμένα να αποκαταστήσει και να παγιώσει μια «παγερή φιλία» με την Τουρκία, έστω κι αν για να επιτύχει κάτι τέτοιο αναγκάζεται σε ταπεινωτικές κινήσεις. Επιπροσθέτως και το Τελ Αβίβ δείχνει εδώ και καιρό να βρίσκεται σε μια διαρκή αμηχανία αναφορικά με τις γεωστρατηγικές του επιλογές, ενώ έχει εγκλωβιστεί σε μια τόσο φοβική όσο και μισαλλόδοξή αντιιρανική ρητορική που φαίνεται να αποτελεί λιγότερο αποτέλεσμα ψυχρής γεωπολιτικής ανάλυσης και περισσότερο προϊόν παρανοϊκών αναγνώ­σεων της πραγματικότητας.

Πάντως το σχήμα των ελληνικών συμμαχιών θα μπορούσε να συμπληρωθεί επίσης με τη δραστική ενίσχυση των σχέσεων με μια ευρω­παϊκή δύναμη. Για την ακρίβεια, με τη μόνη ευρωπαϊκή δύναμη, τη Γαλ­λία. Δηλαδή τη μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που έχει πλήρη και «ολιστική» γεωπολιτική ταυτότητα και δεν είναι ισχυρή αποκλειστικά στον τομέα της οικονομίας όπως είναι η Γερμανία, ενώ αποτελεί έναν μεσαίο μεν, ανερχόμενο δε διεθνή πόλο ισχύος.

Στην περισσότερο εθνοκεντρική Ευρώπη που διαφαίνεται ότι θα προκύψει τα ερχόμενα χρόνια, η Γαλλία αναμένεται να αποτελέσει κυρίαρχο δρώντα ακριβώς λόγω της «ολιστικής» γεωπολιτικής της ταυτότητας αλλά και της ανάγκης της να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα διά της γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η δε Αθήνα ενδέχε­ται να αποτελεί έναν σημαντικό εν δυνάμει σύμμαχο για το Παρίσι, κυ­ρίως λόγω της μεσογειακής φύσης και των δύο, με τη Γαλλία να δεσπό­ζει στη Δυτική Μεσόγειο και την Ελ­λάδα να αποτελεί κομβικό κράτος στα ανατολικά της Μεσογείου. Επιπροσθέτως η Γαλλία έχει παραδο­σιακούς ιστορικούς δεσμούς τόσο με την Ελλάδα όσο και με τη Σερβία. Έτσι, μια προσέγγιση των τριών χω­ρών θα μπορούσε να δημιουργή­σει ένα ισχυρό γεωπολιτικό σχήμα, προσφέροντας ταυτοχρόνως στο Παρίσι ένα σταθερό πάτημα στη Χερσόνησο των Βαλκανίων.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε εισέλθει σε μια μετααμερικανική εποχή και θα πρέπει να αρχίσουμε να επανα­σχεδιάζουμε μια εθνική γεωστρατηγική, αυτή τη φορά ξεκινώντας από τα κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Θα πρέπει, δηλα­δή, να επενδύσουμε σε ρεαλιστικές και ισότιμες συμμαχίες με χώρες με τις οποίες μπορούμε να συνεννοηθούμε και όχι να καταφύγουμε στη δουλική ταύτιση με κάποιον υποτιθέ­μενα παντοδύναμο επικυρίαρχο και κατόπιν να αφήσουμε τις επιμέρους σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη να διαμορφωθούν «αβίαστα» με κυρίαρ­χο κριτήριο την ταύτιση αυτή. 

__________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-17/03-30/03/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΑΜΕΣΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΡΗΞΗΣ (Άρθρο ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ)


Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται την ενίσχυση της οικονομίας και της αμυντικής της ισχύος, κλιμακώνοντας τις διεκδικήσεις και τις αμφισβητήσεις σε βάρος μας. Η Αθήνα όμως θα πρέπει να γνωρίζει ότι ενδεχόμενη αναμέτρηση με τη γείτονα δεν θα περιοριστεί μόνο σε ορθόδοξο, συμμετρικό πόλεμο. Η τουρκική πλευρά θα προσδώσει σ’ αυτόν, και ασύμμετρο χαρακτήρα.
Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΥΡΙΑΚΗ, ΕΙΝΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ.
Ο Ταγίπ Ερντογάν συγκρίνει τον εαυτό του με τον Μωάμεθ τον Πορθητή, θέλοντας να έρθει σε ευθεία γραμμή με τις απαρχές του Ισλάμ και τις διδαχές του ίδιου του Προφήτη Μωάμεθ.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ, Η ΡΩΣΙΑ ΠΡΟΤΕΙΝΕ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕΒΕΤΑΙ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ.

ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Θα αρκούσε και μόνο η υιο­θέτηση από την Άγκυρα του ισχυρισμού ότι «κατέχει» δήθεν η Ελλάδα δεκα­οκτώ «τουρκικά» νησιά για να εξωθηθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε σημείο εκρήξεως. Είναι φανερό ότι όταν η τουρκική κυβέρ­νηση φτάνει στο σημείο να υιοθετεί τέτοιες θεωρίες που προηγουμένως υποστηρίζονταν από μεμονωμένους ακραίους βουλευτές και να τις καθι­στά επίσημη και δεδηλωμένη πολιτι­κή, υποστηριζόμενη, μάλιστα, απ' όλα τα κόμματα της Εθνοσυνελεύσεως, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές και αδυσώπητο: η Τουρκία του Ερντογάν υπερέβη απροκάλυπτα κάθε όριο και ετοιμάζεται ν' ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στο Αιγαίο.

Η παρούσα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχει επομένως χαρακτήρα συγκυριακό, συνδεόμενο με την εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία και τις επιμέρους επιδιώξεις του Ερντογάν. Έχει χαρακτήρα στρατηγικό και γεωπολιτικό, που συνδέεται με τις ευρύτερες φιλοδοξίες της Άγκυρας και προσωπικά του Ερντογάν σε μια κρίσιμη στιγμή που αναμορφώνονται οι ισορροπίες και ο χάρτης στην περιοχή. Η Τουρκία επιδιώκει να μην γίνει θύμα των γεω­πολιτικών αλλαγών στην περιοχή, σε σχέση ειδικότερα με τον ρόλο των Κούρδων, και ταυτόχρονα να διασφαλίσει για την ίδια έναν αυξημένο διεθνή ρόλο και γεωπολιτικά κέρδη στο ελληνοτουρκικό μέτωπο . Τα τελευταία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και αντισταθμιστικά σε ενδεχόμενες αποτυχίες και απώλειες στο μέτωπο της Συρίας και του Ιράκ.

Στο πρόσωπο του Τούρκου ηγέτη Ερντογάν και στις φιλοδοξίες που προβάλλει ενσαρκώνεται και αποκρυσταλλώνεται μια τουρκική πολιτική και στρατηγική η οποία είναι ισλαμοεθνικιστική, εμπνέεται από το αυτοκρατορικό οθωμανικό παρελθόν και είναι απροκάλυπτα επεκτατική.

Ο Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί ως απαραί­τητο όρο για την προώθηση της πολιτικής αυτής τη δική του αποθέωση με την απόδοση σ' αυτόν εξουσιών απόλυτου σχεδόν ηγεμόνα. Επενδύει γι' αυτό καθοριστικά στο συνταγματικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου και προσεγγίζει το εθνικιστικό κόμμα των Γκρίζων Λύκων του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, διακηρύσσοντας επισήμως την ταύτιση Ισλάμ και εθνικισμού ως επίσημης καθεστωτι­κής ιδεολογίας της νέας «μεγάλης» Τουρκίας που προπαγανδίζει.

Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που παρουσιάζεται ως Κεμαλικό, υπε­ρακοντίζει σε θέματα εθνικιστικής πολιτικής και δεν αποτελεί από την άποψη αυτή πραγματικό αντίπαλο δέος στον Ερντογάν. Υπενθυμίζεται ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα προηγήθηκε του κυβερνητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην υιοθέτηση των ισχυρισμών για «κατεχόμενα» δήθεν από την Ελλά­δα «τουρκικά» νησιά στο Αιγαίο.

Η σχετική αυτή επίφαση εθνικής ενότητας στο κοινοβουλευτικό επί­πεδο δεν συγκαλύπτει, βέβαια, τον βαθύ διχασμό που έχει προκαλέσει στην τουρκική κοινωνία η πολιτική Ερντογάν, με τη θέλησή της να καταστήσει ιστορική παρένθεση το κράτος του Ατατούρκ και να προαγάγει μια νέα Τουρκία, που θα δοξάζει το οθωμανικό της παρελθόν και θα ομολογεί ως κινητήριο πνεύμα της πολιτικής της το Ισλάμ. Η υπεροψία του Ταγίπ Ερντογάν στο σημείο αυτό είναι άμετρη. Δεν θέλει να παρουσιάζεται ως ένας νέος Ατατούρκ, εφόσον η ιδεολογία του τελευταίου απορρίπτει το Ισλάμ. Συγκρίνει τον εαυτό του με τον Μωάμεθ τον Πορθητή και θέτει τον ρόλο του σ' ευθεία γραμμή με τις απαρχές του Ισλάμ και τις διδαχές του ίδιου του Προφήτη Μωάμεθ. Αντιλαμβάνεται κανείς πού μπορεί να οδηγήσει την Άγκυρα ο θρησκευτικός αυτός ζηλωτισμός που επαναφέρεται σταδιακά στην καρδιά του κράτους και της πολιτικής του.

O βαθύς διχασμός της κοινωνίας

Η σύμπλευση με τον ακραίο εθνικισμό παρέχει ένα άλλοθι στην ισλαμική πολιτική Ερντογάν. Δεν αποκρύπτει όμως τον διχασμό της τουρκικής κοινωνίας μεγάλο μέρος της οποίας παρακολουθεί με ανησυχία, αν όχι και φόβο, την παλινδρόμηση της χώρας σ' έναν Ισλαμισμό ασυμβίβαστο με μια δυτικότροπη εικόνα της Τουρκίας, που καλλιεργήθηκε επί δεκαετίες ως επίσημη ιδεολογία και πολιτική και ως προοπτική ενός δυτικού μέλλοντος της χώρας.

Το «κυνήγι μαγίσσων» που έχει εξαπολύσει το καθεστώς με αφορμή το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και τις καταγγελίες κατά του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, όπως επίσης η προοπτική αναδείξεως του Ερντογάν σε απόλυτο ηγεμόνα, με τη συνταγματική μεταρρύθμιση, προκαλούν βαθιές ανησυχίες και φόβο σε σημαντική μερίδα της κοινωνίας που είναι επηρεασμένη από δυτικές και Κεμαλικές αντιλήψεις

Δύο άλλες μεγάλες κοινωνικέςνομάδες που αντιμετωπίζουν μ' επιφύλαξη και άρνηση την πολιτική Ερντογάν είναι οι Αλεβίτες και οι Κούρδοι. Οι πρώτοι ανησυχούν από την άνοδο του φανατικού Σουνιτισμού, που έχει στο ιστορικό παρελθόν του μεγάλες διώξεις και σφαγές εναντίον τους. Οι δεύτεροι είναι τα θύματα της κατασταλτικής πολιτικής του. Η πολιτική προσεταιρισμού των Κούρδων και «ειρηνικής» επιλύσεως του Κουρδικού αντικαταστάθηκε γρήγορα από μια άγρια πολιτική καταστολής όταν ο Ταγίπ Ερντογάν αντελήφθη ότι το εθνικό κίνημα των Κούρδων δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί και να υποκατασταθεί από μια πολιτική που θα είχε ως κοινό παρονομαστή το Ισλάμ και η οποία θα ενίσχυε επιπλέον το κόμμα του.

Η ανεξάρτητη κάθοδος στις εκλογές των Κούρδων στέρησε από το κόμμα του πολύτιμες ψήφους και περιόρισε το περιθώριο των πολιτικών ελιγμών του. Η ανάδυση επίσης στη Συρία μιας δεύτερης Κουρδικής Αυτόνομης Περιοχής ως παράπλευρης συνέπειας της ισλαμικής τουρκικής πολιτικής, κατέστησε το θέμα των Κούρδων πραγματικό εφιάλτη για την Άγκυρα. Τόσο για την τουρκική πλευρά όσο και για τους Κούρδους της Τουρκίας έχει πάρει προτεραιότητα η έκβαση της αντιπαραθέσεως Κούρδων και Τούρκων στη Συρία. Απ' αυτήν θα εξαρτηθούν κρίσιμα δεδομένα, που θα προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό και τις εξελίξεις στο

τουρκικό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι επομένως της Τουρκίας με φυλακισμένη την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), που συσπειρώνει κατά κύριο λόγο τους Κούρδους, και με τη στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ Κούρδων και Τούρκων σε πλήρη εξέλιξη στην Τουρκία και στη Συρία, είναι στην πρωτοπορία του «όχι» στον Ερντογάν.

Η εκλογική αντιπαράθεση μέχρι τις 16 Απριλίου θα είναι έντονη, γιατί η διαίρεση της τουρκικής κοινωνίας υπερβαίνει τα κόμματα και το συνη­θισμένο πολιτικό παιχνίδι. Οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις είναι μεγάλες. Τροφοδοτούνται επίσης από τις εξωτερικές εξελίξεις, τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή και την προσπάθεια του Ερντογάν να παρεμβληθεί ως παράγων. Επιδίδεται γι' αυτό στο γνωστό παιχνίδι του επαμφοτερισμού και της ισορροπίας μεταξύ ΗΠΑ Ρωσίας, με στόχο την αποκόμιση στρατηγικών πλεονεκτημάτων και γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων. 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι με επίκεντρο τη Συρία

Η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» που ανέλαβε η Άγκυρα με την εισβολή στη Βόρεια Συρία, είναι μια τολμηρή πολιτική, που θέλει να στείλει το μήνυμα ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει παθητικός θεατής των εξελίξεων και ότι, σε κάθε περίπτωση, θα εμποδίσει διά των όπλων τη δημιουργία Ανεξάρτητης Κουρδικής Περιο­χής στα νότια σύνορά της, με την ένωση του καντονιού του Αφρίν δυτικά με το καντόνιο του Κομπάνι ανατολικά. Η Άγκυρα θεωρεί τη δημιουργία μιας τέτοιας Περιοχής ή κουρδικού κράτους ως άμεση απειλή στην εθνική της ενότητα, γιατί προβλέπει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως τρίτο κατά σειράν αποτέλεσμα την αυτονόμηση ή απόσχιση του τουρκικού Κουρδιστάν.

Η δημιουργία και δεύτερης Αυτό­νομης Κουρδικής Περιοχής, στη Συ­ρία, είναι, βεβαίως, έργο και της Νεμέσεως κατά της τουρκικής εμπλο­κής στη συνωμοσία και συμμαχία των ακραίων σουνιτικών δυνάμεων του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, σε συνεργασία με την υπόγεια πολιτική Ομπάμα - Κλίντον και άλλων δυτικών δυνάμεων, για την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ με υβριδικό πόλεμο, με τη χειραγώγηση ακραίων ισλαμικών ορδών.

Η ρωσική παρέμβαση στη Συρία, σε συνεργασία με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, ανέτρεψε την επονείδιστη αυτή στρατηγική, που έδειξε μέσα σε λίγο χρόνο ποια θα ήταν η εναλλακτική λύση στην ανατροπή Άσαντ και πόσο επικίνδυνη είναι για ολόκληρο τον κόσμο η δημιουργία ενός ισλαμικού Φράνκενσταϊν στο πρόσωπο του Ισλαμικού Κράτους.

Πολύ περισσότερο όταν αυτό αυτονομήθηκε από τους δημιουργούς του και προέβαλε φιλοδοξίες ιδρύσεως νέου παγκόσμιου ισλαμικού τρομοκρατικού χαλιφάτου. Η Τουρκία συνεργάσθηκε στενά στην ακραία αυτή ισλαμική επιχείρηση, επενδύοντας στην προσδοκία μιας άμεσης αμερικανικής στρατιω­τικής επεμβάσεως όπως και οι σύμμαχοί της Κατάρ και Σαουδική Αραβία.

Το ενδεχόμενο αυτό κατέστη όμως ανέφικτο μετά την ισχυρή στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας με πρόσκληση του Άσαντ και κυρίως μετά την ηθική και πολιτική απαξίωση των ακραίων ισλαμιστών με τη διάπραξη ασύλληπτων βαρβαροτήτων και την απροσχημάτιστη επικράτηση στο πεδίο της μάχης των ισλαμιστών της Αλ Κάιντα, της παραφυάδας της Αλ Νούσρα και του Ισλαμικού Κράτους. Θα ήταν εξωφρενικό θέαμα μια αμερικανική επεμβατική δύναμη να βρεθεί επίσημα στο πλευρό της Αλ Κάιντα και των ομοίων της.

Η ανατροπή των τουρκικών προσδοκιών στη Συρία και στο Ιράκ και ο τρόμος από τον οποίο κατελήφθη για τις διαφαινόμενες εξελίξεις στο Κουρδικό στα σύνορά της οδήγησαν την Άγκυρα σε αναστροφή πολιτικής και σε προσέγγιση με τη Μόσχα, οι σχέσεις με την οποία είχαν διαταραχθεί επικίνδυνα μετά την κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι 24. Είναι προφανές ότι η τουρκική επέμβαση στη Συρία έγινε με ρωσική ανοχή, με πρόσχημα τον πόλεμο κατά του ISIS, και με αντάλλαγμα τη συνεργασία της Τουρκίας για πολίτικη λύση στη Συρία και την εγκατάλειψη των προηγουμένων συμμάχων της. Είναι όμως ειλικρινής η τουρκική πολιτική;

Προφανώς όχι. Η Άγκυρα καιροσκοπεί και ελίσσεται, επιδιώκοντας κατά πρώτο λόγο, να αποτρέψει τη σύγκλιση της Ρωσίας και των ΗΠΑ στο θέμα των Κούρδων της Συρίας.

Η Άγκυρα ζητά απεγνωσμένα από τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τη συμμαχία τους με τους Κούρδους της Συρίας και να τους θεωρήσουν «τρομοκράτες», εφόσον έχουν οργανι­κούς δεσμούς με το ΡΚΚ της Τουρκίας. Το τελευταίο οι Αμερικανοί ακόμη το έχουν εγγεγραμμένο στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Άγκυρα προσφέρεται να διαθέσει τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνάμεις για τον πόλεμο κατά του ISIS, υπό τον όρο ότι θα αποκλεισθεί το YPG των Κούρδων της Συρίας και οι σύμμαχοί τους από οποιαδήποτε εκστρατεία κατά του ISIS, ιδίως για την απελευθέρωση της Ράκα.

Οι Αμερικανοί απαντούν μέχρι τώρα στερεότυπα ότι άλλο η Τουρκία και άλλο η Συρία. Θεωρούν τους Κούρδους της Συρίας ως τους μόνους αξιόπιστους συμμάχους στο πεδίο της μάχης και επενδύουν μακροπρόθεσμα στον κουρδικό παράγοντα στην περιοχή. Φοβούνται επίσης ότι, εάν δεχθούν την τουρκική προσφορά για εμπλοκή τουρκικών βαθιά στη Συρία, θα έχουν στη συνέχεια μεγάλα προβλήματα με την Άγκυρα και τις διεκδικήσεις της. Η νέα αμερικανική προεδρία Τραμπ είναι διατεθειμένη επίσης να αποστείλει αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία για τον πόλεμο κατά του ISIS, οπότε δεν έχει οποιαδήποτε εξάρτηση από τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Και η Μόσχα προσεγγίζει τους Κούρδους

Σε ό,τι αφορά στη Μόσχα, η πολιτική της για τους Κούρδους της Συρίας αποσαφηνίσθηκε με μια σειρά πρωτοβουλίες που ανέλαβε στο θέμα αυτό. Πρότεινε, κατά πρώτο λόγο, στην Αστανά του Καζακστάν, κατά τη διάρκεια της Διασκέψεως για τη Συρία που έγινε εκεί με τη συμμετοχή της Ρωσίας της Τουρκίας και του Ιράν, να αντιμετωπισθεί το θέμα των Κούρδων με μια ομοσπονδιακή λύση, που θα σέβεται όμως την ενότητα και την κυριαρχία της Συρίας. Η Άγκυρα αντέδρασε αρνητικά. Κατά δεύτερο λόγο, η Ρωσία ανέλαβε πρωτοβουλία για την οργάνωση Κουρδικού Συνε­δρίου στη Μόσχα, στο οποίο πήραν μέρος αντιπρόσωποι από τις διάφορες περιοχές του Κουρδιστάν, εκτός από το Βόρειο Ιράκ. Το τελευταίο, υπό την ηγεσία του Μασούντ Μπαρ­ζανί, είναι έντονα φιλοαμερικανικό και διατηρεί φιλικές σχέσεις με την Άγκυρα για να μπορεί να εξάγει μέσω αυτής το πετρέλαιο του Βορείου Ιράκ. Η ρωσική πολιτική υποστηρίζει, κατά τρίτο λόγο, τη συμμετοχή των Κούρδων της Συρίας στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης την οποία απορρίπτει η Άγκυρα.

Με τα δεδομένα αυτά, η θέση της Άγκυρας δεν είναι καθόλου εύκολη. Απειλεί ότι θα προελάσει στρατιωτικά, μετά την Αλ Μπαμπ, στη Μανμπίζ (Ιεράπολη) και στη Ράκα, για να εκβιάσει την αποδοχή της ως παράγοντα με τον οποίο η Ουάσιγκτον και η Μόσχα πρέπει υποχρεωτικά να συνεννοηθούν. Ο συριακός στρατός όμως ήδη έχει προελάσει νότια της Αλ Μπαμπ και έχει αναπτύξει επαφή με τις δυνάμεις των Κούρδων ανατολικά.

Οποιαδήποτε τουρκική προέλαση θα έχει επομένως να κάνει και με τον συριακό στρατό και τους Ρώσους Ιρανούς συμμάχους του. Εάν επιχειρηθεί προέλαση από τα βόρεια κατά της Ράκα, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις θα συγκρουσθούν μετωπικά με τους Κούρδους στους οποίους και η νέα αμερικανική προεδρία παρέχει στρατιωτική βοήθεια σε αντιαρματικά και τεθωρακισμένα.

Οι παράμετροι του προβλήματος είναι κυρίως πολιτικές. Η νέα αμερικανική στρατηγική για τη Συρία και τη Μέση Ανατολή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε εντολή να διαμορφωθεί η νέα πολιτική, με συγκεκριμένες προτάσεις, εντός σαράντα ημερών. Η Τουρκία ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στην αμερικανική πλευρά για να γίνουν δεκτές οι θέσεις της και χρησιμοποιεί γι' αυτό ως μοχλό πιέσεως τις σχέσεις με τη Ρωσία. Έχει διευθετηθεί ήδη επίσκεψη Ερντογάν στη Μόσχα στις αρχές Μαρτίου.

Τα αντικειμενικά στοιχεία που προσδιορίζουν την κατάσταση στη Συρία και τη Μέση Ανατολή είναι η διαφαινόμενη κατάρρευση του Ισλαμικού Κράτους, η αναγνώριση και από τις δύο υπερδυνάμεις του κουρδικού παράγοντα και της ανάγκης ν' αντιμετωπισθεί κατά κάποιον τρόπο το εθνικό πρόβλημα των Κούρδων στην περιοχή -για διαφορετικούς λόγους για κάθε πλευρά-, καθώς και το θέμα των σουνιτών της Συρίας.

Πάνω στο τελευταίο στηρίχθηκε, ως γνωστόν, η ξένη επέμβαση και το σχέδιο δυναμικής ανατροπής του καθεστώτος Ασαντ.

Θα επιχειρηθεί η δημιουργία ενός Σουνιστάν στη Συρία, με την προσδοκία ότι η νέα αμερικανική προεδρία θα δελεασθεί να υποστηρίξει ένα τέτοιο σχέδιο, που συμβαδίζει με την έξωση του Ιράν από τη Συρία;

Για να προλάβει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το καθεστώς Άσαντ έχει κάθε λόγο να επιταχύνει την εκστρατεία του για την ανακατάληψη της Ανατολικής Συρίας υποστηριζόμενο από τους συμμάχους του. Έχει συμφέρον επίσης να βρει έδαφος συνεννοήσεως με τους Κούρδους της Συρίας για ν' αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή και να διαφυλάξει μια σκιώδη έστω ενότητα της Συρίας,

Ο Τούρκος πρόεδρος με διαδοχικά ταξίδια στο Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και μετά στο Πακιστάν, επιχειρεί να συσπειρώσει τις σουνιτικές δυνάμεις και να προβάλει την Τουρκία ως ηγέτιδα σουνιτική χώρα. Συνδέει την πολιτική αυτή και με φιλοδοξίες για τον ρόλο της Τουρκίας ως μεγάλης μουσουλμανικής δυνάμεως που θα έχει την πλώρη της στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο και ως στρατηγικό βάθος τις πλούσιες και συντηρητικές σουνιτικές χώρες του Κόλπου και το Πακιστάν. Ο Ταγίπ Ερντογάν δοκίμασε όμως ήδη στη Συρία την πολιτική αυτή και γνωρίζει τα όριά της και τις παρενέργειές της, μέσα στις οποίες έχει εγκλωβιστεί. Ελπίζει γι΄ αυτό σεμια επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ. Είναι έτοιμος για τον λόγο αυτό να παίξει όχι μόνο το χαρτί της «φιλίας» με τη Μόσχα και της απειλής για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, αλλά και το χαρτί του Ιράν, για το οποίο είναι πολύ ευαίσθητη η νέα αμερικανική προεδρία.

Ελληνοτουρκικά και Αιγαίο σε συνάρτηση με τη Μέση Ανατολή

Η Τουρκία, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε εξελίξεις και αλλαγές στη Μέση Ανατολή, έχει τις γνωστές βλέψεις της στο Αιγαίο, γιατί τις συναρτά με τις φιλοδοξίες της για επανάκτηση της παλαιάς οθωμανικής επιρροής στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο, η Άγκυρα γνωρίζει την τεράστια στρατηγική σημασία του, που είναι σχεδόν ισοδύναμη με αυτή των Στενών. Γνωρίζει επίσης ότι το Αιγαίο σήμερα και η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι ο «ατρύγετος πόντος», όπως τον χαρακτήριζε ο Όμηρος. Κρύβει στον βυθό πολύ μεγάλα ενεργειακά αποθέματα και πλούτο.

Ο στόχος επομένως της αμφισβητήσεως της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο δεν χρονολογείται από την εποχή του Ερντογάν. Είναι πολύ παλαιότερος. Η σημερινή όμως συγκυρία δίνει μια νέα διάσταση στις τουρκικές διεκδικήσεις οι οποίες έχουν εν τω μεταξύ κλιμακωθεί σε απροσχημάτιστες εδαφικές διεκδικήσεις. Η σημερινή συγκυρία δεν χαρα-κτηρίζεται μόνο από την κρίση και τις επερχόμενες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηρίζεται επίσης από την αστάθεια στα Βαλκάνια, τα οποία είναι πολύ πιθανόν να γίνουν επίκεντρο μιας άλλης μεγά­λης διεθνούς κρίσεως μετά τη Μέση Ανατολή. Χαρακτηρίζεται, τέλος, από τη βαθιά οικονομική κρίση που διέρ­χεται η Ελλάδα, η οποία έχει πλήξει το συνολικό εθνικό δυναμικό της περιλαμβανομένης της αμυντικής της ισχύος λόγω της εφοπλιστικής απρα­ξίας επί σειρά ετών και της μεγάλης περικοπής των αμυντικών δαπανών Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται την ενί­σχυση της οικονομίας της και της αμυντικής της ισχύος κατά τα τελευ­ταία χρόνια, κλιμακώνοντας τις διεκ­δικήσεις και τις αμφισβητήσεις της σε βάρος της Ελλάδος. Πιστεύει πως η σημερινή γεωπολιτική ρευστότητα την οποία διέρχεται η περιοχή, της πα­ρέχει ευκαιρίες να προβάλει γενικό­τερες διεκδικήσεις διαπραγματευόμενη τη γεωστρατηγική της θέση και τη συνεργασία της με τη Δύση. Το γεγονός ότι η ίδια η Τουρκία βρί­σκεται σε δεινή θέση στη Συρία, στην οποία ετέθη επί τάπητος ο χειρότερος εφιάλτης της το Κουρδικό, την καθι­στά ακόμη πιο νευρική. Αναζητά, σε περίπτωση μιας μεγάλης αποτυχίας σ' αυτό το μέτωπο, να έχει ανοικτά άλλα μέτωπα, από τα οποία να ελπίζει «εύκολες» νίκες και επιτυχίες.

Ένα από τα μέτωπα αυτά είναι η Κύπρος όπου η ολέθρια και αυτοκαταστροφική πολιτική του Κυπρίου προέδρου και των ηγεσιών του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, έστρωσε κυριολεκτικά τον δρόμο για τουρκική επέλαση, με τη βοήθεια της περιβόητης Βικτόρια Νούλαντ, υφυπουργού για Ευρωπαϊ­κά και Ευρασιατικά Θέματα των ΗΠΑ κατά την προεδρία Ομπάμα. Η «λύση» του Κυπριακού έγινε εργαλείο για ένα μεγαλεπήβολο σενάριο για την προώθηση των σχέσεων της Τουρ­κίας με την Ευρώπη και την εισαγωγή της ως λεόντειου συνεταίρου στην ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος. Η αλλαγή προεδρίας στις ΗΠΑ δίνει την ευκαιρία στην ελληνική πλευρά ν' ασκήσει επιρροή στην Ουάσιγκτον για την αποτροπή ανθελληνικών σε­ναρίων στην Κύπρο και στην Ελλά­δα, με δεδομένες τις διαφορετικές θέσεις Τραμπ σε μια σειρά διεθνή θέματα. Το Αιγαίο είναι ένα δεύτερο μέτωπο το οποίο η Άγκυρα υπολαμβάνει ως «εύκολο» για νίκες και επιτυχίες υπερεκτιμώντας τις επιπτώ­σεις της οικονομικής κρίσεως στην αμυντική ισχύ της χώρας μας.

Η Άγκυρα γνωρίζει, βεβαίως και τις δικές της αδυναμίες από την αναστάτωση και την αποσάθρωση που έχουν επιφέρει στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις οι μαζικές διώξεις στελεχών. Γνωρίζει επίσης το πρόβλημα που αντιπροσωπεύει η εμπλοκή της στη Συρία, με άγνωστη ακόμη τη συμπεριφορά των ισχυροτέρων συντελεστών, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Γνωρίζει, τέλος τη σαθρότητα του εσωτερικού της μετώπου, όσο κι αν προσπαθεί να το γαλβανίσει με τον εθνικιστικό και ισλαμικό φανατισμό. Έχοντας όλα αυτά υπ' όψιν, η Άγκυρα δεν πρέπει λογικά να επιδιώκει μια γενικευμένη σύγκρουση, που κρύβει πολλούς και μεγάλους κινδύνους. Επιδιώκει τον αιφνιδια­σμό και τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων, που εντάσσονται στον στρατηγικό στόχο της ανατροπής του status quo στο Αιγαίο. Έχει ήδη στρώσει γι΄ αυτό τον δρόμο, με την προβολή εδαφικών διεκδικήσεων.

Έχει αναλάβει επίσης διεθνή διπλωματική εκστρατεία για την προβολή των «δικαιωμάτων» της στο Αιγαίο.

Η ελληνική πλευρά δεν πρέπει να έχει ψευδαισθήσεις. Οι τουρκικοί στόχοι είναι ωμοί και απροκάλυπτοι. Πρέπει να ενισχύσει κατεπειγόντως την άμυνά της και τα διεθνή της ερείσματα και ν' αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα οποιαδήποτε τουρκική πρόκληση και απόπειρα καταλήψεως ελληνικού νησιού και δημιουργίαςτετελεσμένων γεγονότων. Πρέπει επίσης να γνωρίζει ότι ενδεχόμενη ελληνοτουρκική αναμέτρηση δεν θα περιορισθεί μόνο σε ορθόδοξο συμμετρικό πόλεμο.

Η τουρκική πλευρά θα προσδώσει σ' αυτόν και ασύμμετρο χαρακτήρα. Τα ανοικτά σύνορα και η λαθρομετανάστευση, τα hotspots μεταναστών που έχουν διασπαρεί σε όλη την Ελλάδα είναι μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδίστακτα για δολιοφθορές και ανορθόδοξο πόλεμο. Η αμυντική ετοιμότητα πρέπει να περιλάβει επίσης τον αυστηρό έλεγχο των συνόρων και την προστασία του εσωτερικού μετώπου.

Κατά τα άλλα, ας ελπίσουμε πως η Άγκυρα θ' αντιληφθεί ότι το κόστος ενός ενδεχόμενου τυχοδιωκτισμού της θα είναι πολύ βαρύ για να το αναλάβει. Αυτό όμως επιβάλλει στην ελληνική πλευρά κατεπείγουσα ενίσχυση της άμυνάς της, διπλωματική δράση για την ενίσχυση των διεθνών της ερεισμάτων και ψύχραιμη αλλά αποφασιστική αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων.

Η Τουρκία επιδιώκει να μην γίνει θύμα των γεωπολιτικών αλλαγών στη Μέση Ανατολή, ιδίως σε σχέση με τον ρόλο των Κούρδων, και ταυτόχρονα να διασφαλίσει αυξημένο διεθνή ρόλο και γεωπολιτικά κέρδη στο μέτωπο με την Ελλάδα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά σε ενδεχόμενες αποτυχίες και απώλειες στο μέτωπο Συρίας - Ιράκ.

* Πρέσβεως ε.τ.
(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-03/03-16/03/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ


Τα δύο πρόσωπα του Ιανού στην πολιτική του Λευκού Οίκου έναντι του Κρεμλίνου.
ΑΝ Ο,ΤΙ ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ ΟΙ ΗΠΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΟΛΑΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΤΟ ΧΑΣΟΥΝ ΠΡΟΣ ΔΥΣMΑΣ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΑΠΟΤΥΧΟΥΝ. ΑΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΦΙΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΧΘΡΙΚΕΣ.
Η εχθρότητα της Δύσης προς τη Ρωσία ενδέχεται να συνιστά μέρος της μακρόπνοης «ορθολογικής» στρατηγικής των ΗΠΑ υπό τη νέα τους ηγεσία.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Στο προηγούμενο άρθρο του γράφοντος στα «Επίκαιρα» είχε υποστηριχθεί η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απει­λούν να εξελιχθούν σε «υπερ-ταραχοποιό κράτος» («super rogue state»), δεδομένου ότι ακολουθούν έναντι της Ρωσίας μια ακραία επιθετική πολιτική, η οποία ενδέχεται να επαναφέρει την ανθρωπότητα στις χειρότερες μέρες του Ψυχρού Πολέμου με πάρα πολύ γρήγορο τρόπο. Μάλιστα, η στρατηγική αυτή καθίσταται ακόμη πιο επικίνδυνη γιατί είναι παράλογη και κόντρα στους μακρόπνοους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Συγκεκριμένα, με βάση το νεοβεστφαλιανό μοντέλο του «διαιρεί και βασίλευε», το οποίο αναμένεται να εφαρμόσουν οι ΗΠΑ έτσι ώστε να αποσυσπειρώσουν την Ευρασία και να αποφευχθεί το εν­δεχόμενο δημιουργίας μιας ενιαίας δύναμης σε αυτή, ζωτικής σημασίας είναι η προσέγγιση της Ρωσίας. Αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι η αποστολή και του νέου προέδρου ως επιλογή του «σιωπηρού κατεστημένου» Ουάσιγκτον. Αυτά είχαν, σε πολύ γενικές γραμμές, υποστηριχθεί από τον γράφοντα στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού.

Τα πράγματα, ωστόσο, ενδέχεται να μην είναι ακριβώς έτσι. Η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά σύνθετη και πολύπλοκη ώστε να χωράει σε παρόμοια απλουστευτικά και περιορισμένα πλαίσια. Έτσι, λοιπόν, θα εξετάσουμε δύο άλλους παράγοντες που καθιστούν τη μισαλλόδοξη εχθρότητα προς τη Ρωσία απόλυτα «λογική» για τη μακρόπνοη αμερικανική γεωστρατηγική αλλά και την υπερσυστημική δομή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως γεωπολιτικό μέγεθος.

Η ανάγκη για διπλή ανάσχεση

Καταρχάς, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αποσυσπείρωση της Ευρασίας θα πρέπει να στοχεύει προς όλες τις κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια, δεν έχει νόημα μια διάσπαση του σινορωσικού άξονα, που η νέα ηγεσία της Ουάσιγκτον ευελπιστεί να επιτύχει διά της προσέγγισης με τη Μόσχα, αν η προσέγγιση αυτή οδηγήσει ταυτοχρόνως σε εξομάλυνση των σχέσεων Δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας. Αν, δηλαδή, ό,τι ενδεχομένως κερδίσουν οι ΗΠΑ προς ανατολάς της Ρωσίας το χάσουν προς δυσμάς, τότε θα αποτύχουν. Άρα η πολιτική τους έναντι της Μόσχας πρέπει να έχει δύο πρόσωπα: και το φιλικό και το εχθρικό, με το δεύτερο να αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του πρώτου. Το κατά πόσο είναι εύκολο ή, έστω, δυνατό να επιτευχθεί αυτή η πολιτική είναι μια άλλη ιστορία, αλλά αυτή είναι η βασική απαίτηση.

Κατά συνέπεια, με βάση τη λογική αυτή, μάλλον θα πρέπει να αναμένουμε μια πολιτική Ιανού από πλευράς Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας. Μάλιστα, όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε παλαιότερα άρθρα του, το «βλοσυρό» πρόσωπο των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας θα πρέπει εξ αντικειμένου να βασιστεί σε έναν μισαλλόδοξο αντιρωσισμό. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει πλέον ο οικονο­μικός και πολιτικοοικονομικός δυϊ­σμός του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ του καπιταλιστικού κόσμου και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, που εκ των πραγμάτων εξασφάλιζε το συγκρουσιακό περιβάλλον και τη διατήρηση της Δυτικής Ευρασίας, δηλαδή της Ευρώπης σε Δύση με Ανατολή, με την πρώτη να βρίσκεται οργανικά διασυνδεδεμένη με τις ΗΠΑ. Για να επιτευχθεί σήμερα αυτός ο διαχωρι­σμός θα πρέπει να δαιμονοποιηθεί η Ρωσία και αυτό θα συνεχιστεί και επί εποχής Tραμπ, ακόμη κι αν όντως οι ΗΠΑ επιδιώξουν να υλοποιήσουν μια νεοβεστφαλιανή πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας θα υπάρξει προ­σέγγιση και της Ρωσίας.

Η προσπάθεια της Δύσης

Αυτός είναι ένας παράγοντας που μπορεί να ισχύει μπορεί και όχι, σε κάθε περίπτωση όμως εντάσσεται στο πλαίσιο των επιλογών που μπορούν να κάνουν ή να μην κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο άλλος παράγοντας που ωθεί τη Δύση σε μια μισαλλόδοξη εχθρότητα έναντι της Ρωσίας είναι υπερσυστημικός και σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται εκτός των ορίων παρέμβασης και επιλογών της όποιας αμερικανικής ηγεσίας.

Σε αντίθεση με μια χώρα της Ευρώπης στο βεστφαλιανό σύστημα, οι σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν σε ένα πολύ πιο άκαμπτο ιστορικό πλαίσιο. Συγκεκριμέ­να, βρίσκονται σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, έπαψε να είναι απλώς ένα γενικό και εν πολλοίς απροσδιόριστο και ρευστό σύνολο κανόνων και αρχών όσον αφορά στην πολιτική και οικονομική λειτουργία των χωρών και απέκτησε ένα συμπαγές και άκαμπτο σχήμα, ενδεδυμένο τον μανδύα του νικητή του Ψυχρού Πολέμου και του «δικαιωμένου» από την ιστορία.

Η αντίληψη, λοιπόν, περί του «τέλους της ιστορίας» δεν ήταν μόνο μια κωμική, μέσα στην τραγικότητά της, αλαζονική πεποίθηση, αλλά αποτελούσε επίσης υπαρξιακό κομμάτι της γεωιστορικής κατάστασης που διαμορφώθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μιας κατάστασης που επιχείρησε να «παγώσει» τον χρόνο και να διατηρήσει αιώνια ζωντανή τη στιγμή του θριάμβου της. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση, που ενοποιούσε σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο πλαίσιο τη σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών οικονομικών και πολιτικοκοινωνικών συστημάτων, μαζί με στρατιωτικό ανταγωνισμό, πολιτισμική αντιπαλότητα κλπ. Το σημαντικότερο είναι δε ότι ο ανταγωνισμός αυτός είχε και γεωγραφικό πρόσημο, με το ένα στρατόπεδο να έχει ως πυρήνα του την αχανή Σοβιετική Ένωση, δηλαδή τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της.

Κατά συνέπεια, αφού πρέπει να διατηρηθεί «παγωμένη» στον χρόνο αυτή η στιγμή της «τελικής νίκης» της Δύσης η Ρωσία «οφείλει» να φέρεται ως νικημένη χώρα, που θα πρέπει να υπακούει στις προσταγές των «νικητών» και, φυσικά, να μην επανακάμψει ποτέ. Από τη στιγμή που το κάνει, αυτομάτως ενεργο­ποιεί την εχθρότητα της Δύσης προς αυτή, μια και θέτει εκ νέου σε κίνηση την ιστορική εξέλιξη, «σπάει» ως εκ τούτου το εύθραυστο κρύσταλλο της «παγωμένης» στον χρόνο στιγμής του δυτικού θριάμβου.

Εν κατακλείδι, η παθολογική και μισαλλόδοξη εχθρότητα της Δύσης προς τη Ρωσία από τη μια ενδέχεται να συνιστά μέρος της μακρόπνοης «ορθολογικής» στρατηγικής των ΗΠΑ υπό τη νέα τους ηγεσία όσον αφορά στη διαχείριση της Ευρασίας, ενώ από την άλλη αποτελεί μια ανορθολογική μεν, αναπόφευκτη δε εκδή­λωση της υπερσυστημικής γεωπο­λιτικής δομής που κυριάρχησε στον κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η οποία και προσπαθεί να διαιωνίσει την ύπαρξή της διά του «παγώματος» του ιστορικού χρόνου.

Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να κρατήσει για πολύ. Κι όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν ότι η ιστορία δεν σταματάει -για την ακρίβεια, δεν έχει σταματήσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο από τότε που επήλθε το «τέλος» της μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου-, είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι δυνάμεις θα εμφανιστούν στο προσκήνιο. Σε κάθε περίπτωση, μάλλον έρχονται πολύ «ενδιαφέρουσες εποχές», με την έννοια που δίνει η γνωστή κινε­ζική κατάρα στον συγκεκριμένο όρο, και θα πρέπει να είμαστε προε­τοιμασμένοι για τα πάντα...

__________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-03/02-16/02/17)


__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ 23 ΙΑΝ. 2010



ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ TWITTER

 
Copyright © 2016. ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ - All Rights Reserved
Template Created by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ Published by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ