| 1. γομάρι Ελληνική δημώδης έκφραση που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη γόμος (=φόρτωμα) (αντίστοιχα υπάρχει και η νεοελληνική λέξη γόμωση) και που συνήθως λέγεται για το μεταφερόμενο από γάιδαρο φορτίο. Χρησιμοποιείται ακόμη και ως μέτρο σταθερού τέτοιου φορτίου (π.χ. «κουβάλησε πέντε γομάρια ξύλα»). Κατ΄ επέκταση επικράτησε... να λέγεται γομάρι και ο γάιδαρος που κουβαλάει το φορτίο. Έτσι η λέξη αυτή χρησιμοποιείται άλλοτε ως βρισιά π.χ. «Είσαι ένα γομάρι και μισό» ή «ρε γομάρια!» και άλλοτε ως αγενής προσδιορισμός ευτραφούς ανδρός π.χ. «Έπεσε πάνω μου ένα γομάρι» ή «Αυτός είναι ένα γομάρι». 2. γομάρι Το φορτίο που κουβαλάει ο γάιδαρος. Επίσης ο ίδιος ο γάιδαρος. Είναι όμως και ο ιδιαίτερα εύσωμος άντρας (ή και γυναίκα), ο ντουλάπας, ο μπουλντόζας, ο Κ.Δ.Ο.Α., η νταρντάνα. Επίσης ο αναίσθητος, το παχύδερμο, ο που δεν καταλαβαίνει Τζίζα. - Μεγάλωσε ο γιος σου! - Τι μεγάλωσε, γομάρι έγινε... (και πέφτει καρπαζιά στο γομάρι, ωραίος πατέρας) |
Η «αγωνία»..του Αστέριου Ροντούλη
staratalogia
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011
0 σχολια








0 Post a Comment:
Δημοσίευση σχολίου