Πρόσφατα Άρθρα Διαβάστε τις τελευταίες αναρτήσεις μας

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ, Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ


Γράφει ο Νίκος Ζυγογιάννης, Καθηγητής
πρ. Πρόεδρος Πανελλ. Σ. Σαρακατσαναίων

Ο όρος ήθος σημαίνει το σύνολο των ψυχικών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου. Ήθη λέγονται οι αντιλήψεις ενός λαού για την ηθική και κοινωνική συμπεριφορά. Είναι οι γενικές αρχές Δικαίου, οι θεμιτοί τρόποι συμπεριφοράς του κοινωνικού ανθρώπου, που μεταβάλλονται με τη μεταβολή του χρόνου, που διαφέρουν από τόπο σε τόπο και απηχούν την τρέχουσα ηθική μιας κοινωνίας. Δηλαδή τα ήθη ορίζουν αξίες, σχέσεις, συμπεριφορές. Είναι τα αισθήματα, οι νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν μια εποχή (π.χ. η καταναλωτική τάση του σύγχρονου αστού, η προτίμησή του σε πρακτικές λύσεις, όπως είναι τα τυποποιημένα είδη διατροφής, η αντίληψή του για το γάμο κ.τ.λ.). Όλα αυτά αποτελούν ένα είδος κανόνων και νόμων, μια μορφή δικαίου, άγραφου, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε εθιμικό. Αλλά και το Γραπτό Δίκαιο δεν είναι αυθαίρετο δημιούργημα του νομοθέτη, αλλά προϊόν του πνεύματος του λαού. Υπάρχει μια συμφωνία των ηθών με τις απαιτήσεις του δικαίου. Για παράδειγμα, στις συναλλαγές των ανθρώπων οι νόμοι καθορίζουν ως δίκαιο ό,τι η κοινωνία θεωρεί ως ηθικό: απαγορεύεται η αισχροκέρδεια, θεωρείται άκυρη κάθε πράξη που αποτελεί εκμετάλλευση της ανάγκης του άλλου.

Όταν, όμως, οι αντιλήψεις αυτές πάρουν και μια σταθερά επαναλαμβανόμενη τελεστική, περισσότερο ή λιγότερο τελετουργική μορφή, γίνονται έθιμα, όπως είναι τα γαμήλια έθιμα. Γίνονται δηλαδή συνήθεια με καθολικό χαρακτήρα, που τηρείται από όλα τα μέλη της κοινωνικής ομάδας. Τα στοιχεία του εθίμου είναι: α) το ιστορικό: μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση, δηλ. ορισμένη συμπεριφορά των κοινωνιών που επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα επί αρκετό χρόνο, ώστε να παγιωθεί ως κανόνας Δικαίου β) το ψυχολογικό: η πεποίθηση των κοινωνιών ότι, με τη συμπεριφορά τους εφαρμόζουν κανόνα δικαίου και ότι αν δεν τηρήσουν τη συμπεριφορά αυτή, θα έχουν κυρώσεις. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι η γενική κατακραυγή και η ηθική καταδίκη από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τα έθιμα διακρίνονται σε γενικά (ισχύουν σε όλη τη χώρα) και τοπικά (ισχύουν σε ορισμένη περιοχή). Υπάρχουν, επίσης, έθιμα επαγγελματικά και θρησκευτικά.κ.λ

Η έννοια των εθίμων προσεγγίζεται καλύτερα με το συσχετισμό τους με την έννοια των ηθών (λέμε ήθη και έθιμα). Στα νεότερα χρόνια η σχέση ηθών και εθίμων μεταβλήθηκε. Ήθη πάντα υπάρχουν. Αλλά δε δημιουργούνται νέα έθιμα. Αυτό σχετίζεται με τον τερματισμό της κλειστής ζωής της αγροτικής κοινωνίας, που ήταν ο κατεξοχήν χώρος δημιουργίας εθίμων. Γιατί εκεί συνέτρεχαν οι λόγοι που ευνοούσαν τη δημιουργία και διατήρησή τους (έντονη πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις, που έπρεπε, λατρευτικά, να καταστούν ευεργετικές, διάθεση ελεύθερου χρόνου, συλλογική ζωή). Υπάρχει, εντούτοις, μια τάση διατήρησης παλιών εθίμων, έστω κι αν εξέλιπαν οι αιτίες που τα είχαν δημιουργήσει. Το τελετουργικό, η παραστατικότητα και η θεαματικότητα του εθίμου ασκούν αρκετά ισχυρή γοητεία, ώστε να παρατηρείται, τις τελευταίες δεκαετίες, μια σκόπιμη αναβίωση των παλιών εθίμων, που προσφέρονται ως ένα είδος θεατρικής παράστασης, ή θεάματος...

Τα ήθη και έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια και οι παροιμίες, οι παραδόσεις και οι θρύλοι αποτελούν το λαϊκό πολιτισμό που είναι ο καθρέφτης ενός λαού. Μελετώντας τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, αντικρίζει κανείς ένα λαό απλό και αληθινό, συγκροτημένο πάνω σε στέρεο προσανατολισμό, με πίστη στο παρελθόν και αισιοδοξία για το μέλλον, με ιδανικά και αξίες. Και αυτό, γιατί υπάρχει αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, τον αρχαίο και το νεότερο. Κάθε έθιμο και δοξασία του λαϊκού πολιτισμού προχωρεί στα βάθη του παρελθόντος, φτάνοντας όχι μόνο στους κλασικούς χρόνους, αλλά μερικές φορές στα βάθη της προϊστορίας.

Αναμφίβολα, λοιπόν, μέσα από το λαϊκό πολιτισμό αναζητάμε τις ρίζες μας και ανακαλύπτουμε τη φυσιογνωμία μας ως λαός, πιστοποιούμε την ταυτότητά μας, θωρακίζουμε τη συνέχιση του έθνους μας. Εναρμονίζουμε το χθες με το σήμερα και χτίζουμε το αύριο...

ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ


Γράφει ο Νίκος Ζυγογιάννης *

Ένα σύνθημα και μια προτροπή που ακούγεται τα τελευταία χρόνια είναι «επιστροφή στην παράδοση». Αυτό φανερώνει έναν προβληματισμό κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου σχετικά με ποιο τρόπο η παράδοση θα συμβάλλει στην προκοπή μας ως άτομα και ως κοινωνία. Και βέβαια το σύνθημα αυτό παίρνει νόημα και περιεχόμενο, όχι με την αντιγραφική τήρηση των παραδοσιακών αξιών, αλλά με την αναγνώριση και εμπέδωση των καλών τους... στοιχείων, που θα μπολιάζονται στο δικό μας πολιτισμό.

Η λέξη παράδοση είναι παράγωγο ουσιαστικό του ρήματος «παραδίδωμι» που σημαίνει δίνω στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον. Είναι δηλαδή η παράδοση μια διαδικασία, μια μεταβίβαση – συνήθως προφορική –  με την οποία μεταφέρονται από τη μια γενιά στην άλλη ήθη, έθιμα, γνώσεις ή δοξασίες και έτσι διαιωνίζονται. Οι πολιτιστικές αξίες του παρελθόντος, που έδωσαν το ιδιαίτερο χρώμα, που διαμόρφωσαν τα διακριτικά στοιχεία του ελληνικού λαού αποτελούν την ελληνική παράδοση. Οι αξίες αυτές εξακολουθούν και σήμερα να αρδεύουν τον πολιτιστικό μας χώρο και να προσθέτουν στο παρόν στοιχεία από τις εθνικές μας ρίζες.

Η παράδοση δεν είναι μονοσήμαντη. Έχει πολλούς κλάδους: γλωσσική παράδοση, πνευματική (ήθη, έθιμα, δημοτικό τραγούδι, παροιμίες, μυθοπλασία κ.τ.λ.), οικιστική παράδοση ( χωριά και μεμονωμένα κτίσματα ), λαϊκή οικοτεχνία, ενδυματολογία, χοροί, γιορτές, πανηγύρια κ.τ.λ. Το πλάτος της καλύπτει τόσες πτυχές όσες και η ζωή, από τη χαρά ως το θάνατο. Έτσι διασώζει το ύφος με το οποίο ένας λαός ζει την  καθημερινότητά του.

Όμως παράδοση δε σημαίνει οπισθοδρόμηση, ούτε αποσυνδέεται από την πρόοδο, αλλά εξελίσσεται, βιώνοντας τις τρεις διαστάσεις του χρόνου ( παρελθόν – παρόν – μέλλον ) και συνδέεται με την έννοια της συνέχειας των στοιχείων εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να επιζήσουν. Γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν είναι ποτέ στατική, δεν είναι στάσιμη. Με την παράδοση κρατούμε αυτό που έχουμε και προσθέτουμε αυτό που δημιουργούμε.

Η ελληνική παράδοση είναι τα λαϊκά δημιουργήματα που τα ονομάζουμε λαϊκό πολιτισμό, όπως τα ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραμύθια, παραδόσεις, διάφορα κτίσματα, η γλώσσα, το ντύσιμο, οι θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά κι ό,τι επιβίωσε από παλιότερες εποχές και συνθέτει το νεοελληνικό ήθος και ύφος ζωής, τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή και τον κόσμο ο νεοέλληνας, όπως η περηφάνεια, η αγωνιστικότητα, η αγάπη για την ελευθερία κ.τ.λ.

Η παράδοση είναι η αλυσίδα που συνδέει τις γενιές μεταξύ τους. Με την παράδοση χάσμα δεν υπάρχει. Η γενιά μας συνδέεται με τις προηγούμενες αλλά και με εκείνες που θα ρθουν. Συνάμα αποτελεί και προϋπόθεση για την ύπαρξη του πολιτισμού. Γιατί ποτέ ο πολιτισμός μιας γενιάς δε δημιουργείται από το μηδέν. Ριζώνεται στο πολιτισμό των γενιών που πέρασαν. Ένας λαός που έχει ξεχάσει την παράδοση είναι σαν τον άνθρωπο που έχει χάσει το μνημονικό του, που έχει πάθει αμνησία. Ιδιαίτερα σήμερα, που ο βιομηχανικός πολιτισμός έχει μια οικουμενικότητα που καταργεί όλες τις διαδικασίες επιλογής, επιβάλλεται η ένταξη στον οικουμενικό πολιτισμό να συνδυάζεται με τη στερεότητα που εξασφαλίζει η παράδοση, ώστε οι κίνδυνοι της εξαφάνισης στο ευρύτερο σύνολο παραμερίζονται. Μας χρειάζεται , λοιπόν, η παραδοσιακή γνώση, για να κρατήσουμε την ιστορική μας φυσιογνωμία.

Όμως τήρηση της παράδοσης σε όλες τις γραμμές της σημαίνει αποστέωση και οδηγεί στη συντήρηση εξωτερικών τύπων, ενώ πρέπει να παίρνουμε το ζωντανό πνεύμα από την παράδοση και όχι τους κενούς τύπους. Γι’ αυτό για κάθε έθνος δύναμη και συστατικό του στοιχείο είναι και η παράδοση και η δημιουργία. Όταν μεταξύ παράδοσης και δημιουργίας, συντηρητικότητας και προοδευτικότητας βρεθεί ισορροπία, τότε το έθνος ζει με σταθερότητα, γιατί τότε το παρελθόν επιδρά  δημιουργικά στο παρόν. Και η ισορροπία επιτυγχάνεται, όχι με αντιγραφή των παλιών τρόπων, αλλά με δραστηριοποίηση των στοιχείων εκείνων που βοηθούν στην αντιμετώπιση των νέων μορφών της ζωής. Ο νεοέλληνας έχει χρέος να αποκαταστήσει την επαφή του με τις πηγές της νεοελληνικής πνευματικότητας και τις ηθικές αξίες της νέας ελληνικής ζωής. Έτσι θα έχουμε τα δικά μας θεμέλια, τις δικές μας ρίζες, για να μη μιμούμαστε ανόητα, αλλά από την ξένη εμπειρία να μπορούμε να παίρνουμε αυτό που μας ταιριάζει και αυτό που μπορούμε να αφομοιώνουμε γόνιμα.

Το να καλλιεργήσουμε την εθνική μας προσωπικότητα δε σημαίνει όμως ότι θα αρνηθούμε ή θα περιφρονήσουμε τις προσωπικότητες άλλων εθνών. Όλα τα έθνη έχουν κάτι να προσφέρουν στον πολιτισμό. Αλλά και κανένα δεν μπορεί να υπάρξει κλεισμένο στον εαυτό του. Η αλληλεξάρτηση των λαών εντείνεται κι έτσι αυξάνεται η ανάγκη ειρηνικής συμβίωσης και συνεργασίας τους. Εξάλλου η εθνική μας παράδοση με τα δυο μεγάλα ρεύματά της, τον ανθρωπισμό και το χριστιανισμό, μας κατευθύνει στο ιδανικό της πανανθρώπινης αδελφοσύνης. Όμως με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια διαλλακτικότητα πρέπει να αντιμετωπίζουμε και να δεχόμαστε τον πολιτισμό και των άλλων και να τους θεωρούμε εξίσου αξιόλογους, αφού όλοι μαζί δημιουργούν τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό.

Θα ήταν ακόμα σωστό να αναφέρουμε ότι μια μεγάλη επιστήμη – η Λαογραφία – ασχολείται με την παράδοση, μια επιστήμη που ίδρυσε ο Νικόλαος Πολίτης και που χαιρέτησαν την παρουσία της μορφές όπως του Κωστή Παλαμά και του Γιάννη Αποστολάκη. Η χώρα μας με τη μακρύτερη πολιτιστική διαδρομή επιβάλλεται να δραστηριοποιηθεί και να διαφυλάξει τον πολιτισμό της αλλά και να τον προβάλλει με ευαισθησία και υπευθυνότητα στους άλλους λαούς. Οι πολιτιστικοί σύλλογοι αποτελούν γερά στηρίγματα της ελληνικής παράδοσης. Γιατί διατηρούν και προβάλλουν το λαϊκό μας πολιτισμό αλλά και το μεταβάλουν από μουσειακό είδος σε ζωντανό οργανισμό. Με τις εκδηλώσεις τους κάνουν πιο σαφείς τις ιδέες που αποκρυσταλλώνουν την ελληνική κουλτούρα αλλά και σταθεροποιούν τις πανανθρώπινες αξίες. Ένας άλλος θεσμός που συμβάλλει στη γνώση του παρελθόντος, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς,  την καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης αλλά και την ανάπτυξη της  ιστορικής σκέψης και κρίσης είναι τα μουσεία. Αυτά είναι τα θησαυροφυλάκια του παρελθόντος, όπου προβάλλεται η πορεία ενός λαού. Το Υπουργείο Πολιτισμού με ευαισθητοποίηση πρέπει να στηρίξει οικονομικά και ηθικά όλες τις προσπάθειες που γίνονται για την αναβίωση των παραδοσιακών αξιών. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι σε θέση να αξιοποιήσει το δυναμικό του λαϊκού μας πολιτισμού δημιουργώντας πολιτιστικούς φορείς και οργανισμούς, όπου θα εκφράζονται όλες οι μορφές του. Το σχολείο μπορεί να βοηθήσει το νέο να αποκτήσει βιωματική σχέση με την εθνική μας κληρονομιά. Αλλά και η οικογένεια πρέπει να προτρέπει τα παιδιά να συμμετέχουν σε ανάλογες εκδηλώσεις και δραστηριότητες. Τέλος δεν είναι λίγα τα άτομα που με τον προσωπικό τους μόχθο, την αγάπη τους και το μεράκι τους προσφέρουν τις ιδέες τους και την ψυχή τους στην υπόθεση του λαϊκού πολιτισμού.

Ελπίζουμε ότι με την ατομική και συλλογική προσπάθεια θα μεταδώσουμε και στις επόμενες γενιές όσα δημιούργησαν οι πρόγονοί μας.

Γιατί πιστεύουμε ότι παράδοση δε σημαίνει οπισθοδρόμηση, αλλά πηγή γνώσεων, αρχών και αξιών από το παρελθόν για μια σωστή πορεία στο μέλλον.

________________________________

*ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΖΥΓΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ… Από το χθες στο σήμερα


Γράφει ο Νίκος Ζυγογιάννης *

Ένα πανάρχαιο πρωτοελληνικό ποιμενικό φύλο (κοινωνία), οι Σαρακατσιαναίοι, με αρχική κοιτίδα τη κεντρική και νότια οροσειρά της Πίνδου με επίκεντρο τα ’γραφα διασκορπίστηκαν το 18ο αιώνα σε όλη την Ελλάδα. Ως νομάδες κτηνοτρόφοι (σκηνίτες) μετακινούνταν... διαρκώς, το καλοκαίρι στα βουνά, στους κάμπους το χειμώνα (χειμαδιά-στράτα-βουνά). Η επικρατέστερη ετυμολογία του ονόματός τους δηλώνει τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, από την τουρκική λέξη καρά = μαυροντυμένος..., η από το σαράι (κατοικία ,σπίτι) και την τουρκική μετοχή κατσιάν = φεύγων (φυγάς, ανυπότακτος...).

Η γλώσσα τους, ελληνική (αρχαιοελληνική), απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, παράλληλα με τη διατήρηση της αυθεντικότητας των εθίμων, κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης αποδεικνύει την πανάρχαια ελληνικότητα τους. Σε αυτά και άλλα πολλά στοιχεία στηρίζεται η διάκριση τους από τους Βλάχους (Βλαχόφωνους Έλληνες), που μιλούσαν εκτός από τα ελληνικά και τα Βλάχικα. Το μόνο κοινό στοιχείο, ήταν το κτηνοτροφικό επάγγελμα..

Η οικονομική και κοινωνική ζωή των Σαρακατσιάνων ήταν οργανωμένη με ένα είδος συνεταιρισμού το «Τσελιγκάτο», για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας)-πλούσιος κτηνοτρόφος με πολλά πρόβατα- ήταν ο αρχηγός, επιφορτισμένος με υποχρεώσεις που αφορούσαν τα οικονομικά αλλά και τα κοινωνικά προβλήματα του τσελιγκάτου. Η διαβίωσή τους εξασφαλίζονταν στο «κονάκι»,

ένα καλύβι φτιαγμένο με σάλωμα. Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι, απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της.

Η εκπαίδευση τους ήταν στοιχειώδης, λόγω των συνεχών μετακινήσεών τους. Αλλά η πίστη τους στα θρησκευτικά και λατρευτικά έθιμα καθώς και στις παραδόσεις ήταν μεγάλη. Η χαρά και η λύπη ήταν συνυφασμένη με ένα μεγάλο κύκλο εκδηλώσεων και ιεροτελεστιών που τηρούσαν με ευλάβεια. Ο γάμος ήταν ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο με ένα κύκλο πράξεων και συμβόλων. Τα τραγούδια τους αποτελούν παρακαταθήκη για τους νεότερους στην προσπάθεια για τη διατήρηση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας του λαού μας. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Η φλογέρα ήταν το κατεξοχήν μουσικό όργανο του Σαρακατσάνου τσοπάνη. Τα έργα της λαϊκής τέχνης είναι εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή τους και έχουν πρακτική αξία: υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά. Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές,

τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σαρακατσιάνικης τέχνης.

Η συμβολή των Σαρακατσαναίων στην επανάσταση του 1821 ήταν αποφασιστικής σημασίας. Πολλά είναι τα ονόματα Σαρακατσάνων αρματολών και κλεφτών (Κατσαντώνης, Καραϊσκάκης, Δίπλας κ.α.). Αλλά και κατά το Μακεδονικό Αγώνα η συμμετοχή τους υπήρξε αμέριστη, επίσης αντιστάθηκαν σε όλους τους κατακτητές...

Από τα μέσα του 20ου αιώνα (1950-60) και μετά οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα βουνά, εγκαταστάθηκαν σε πόλεις και χωριά και ασχολούνται με κάθε είδους επαγγέλματα. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν Πολιτιστικοί σύλλογοι, λαογραφικά μουσεία, έντυπο υλικό (βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά), συνέδρια και ημερίδες, το πανελλήνιο αντάμωμα (στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου) και άλλα τοπικά σε διάφορα μέρη της χώρας που αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σαρακατσιαναίων διατηρούν ζωντανή την εθνική και πολιτιστική μνήμη των σύγχρονων Σαρακατσάνων, για να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας ...

________________________________
*ΝΙΚΟΣ Γ. ΖΥΓΟΓΙΑΝΝΗΣ
καθηγητής
Πρ. πρόεδρος Πανελλ. Σ. Σαρακατσαναίων

EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ 23 ΙΑΝ. 2010



ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ TWITTER

 
Copyright © 2016. ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ - All Rights Reserved
Template Created by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ Published by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ