Πρόσφατα Άρθρα Διαβάστε τις τελευταίες αναρτήσεις μας

ΛΕΥΚΩΣΙΑ: Εξοπλίζεται για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις


 Βαρύτητα δημοψηφίσματος θα έχουν οι επικείμενες προεδρικές εκλογές, καθώς θα κρίνουν την επιβίωση ή την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΕΠΙΣΦΡΑΓΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΔΥΟ F-16 ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΟΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ.
Ο ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΑΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕ ΤΟΝ Γ.Γ. ΤΟΥ ΟΗΕ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ «ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΚΟΥΤΕΡΕΣ».

ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Εορτάσθηκε με μεγάλη στρατιωτική παρέλαση η 57η επέτειος της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η ημερομηνία του εορτασμού, 1η Οκτωβρίου, είναι συμβατική, γιατί η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε στις 16 Αυγούστου του 1960. Συμφωνήθηκε αργότερα, το 1963, με συμφωνία όλων -περιλαμβανομένων τότε των Τουρκοκυπρίων- να μετατεθεί ο εορτασμός σε μια πιο κατάλληλη ημερομηνία, ώστε να είναι εφικτή, μεταξύ άλλων, η παρουσία των ξένων πρέσβεων, που απουσίαζαν κατά τις διακοπές στις πατρίδες τους.

Η στρατιωτική παρέλαση ήταν εντυπωσιακή και έδειξε τις σημαντικές αμυντικές δυνατότητες που έχει η κυπριακή Εθνοφρουρά, παρά την ουσιαστική εγκατάλειψη, κατά την τελευταία πενταετία, των εξοπλιστικών της προγραμμάτων. Τα δύο κόμματα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, τα οποία συμπλέουν σε μια ακατανόητη σπουδή για δήθεν «λύση» του Κυπριακού, τη στιγμή που είναι ολοφάνερο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, έβλεπαν ως ανταγωνιστικούς των διακοινοτικών συνομιλιών οποιουσδήποτε εξοπλισμούς της Εθνοφρουράς και ακολούθησαν πολιτική «παγώματος» των προγραμμάτων που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Στο πνεύμα αυτό ακυρώθηκε, τρία χρόνια πριν, και η αγορά τριών κορβετών τύπου Saar από το Ισραήλ, όταν οι εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ καθιστούν ηλίου φαεινότερο ότι η Κύπρος δεν μπορεί να έχει μηδενική ναυτική παρουσία στη δική της ΑΟΖ. Δεν μπορεί, ασφαλώς, μόνη της να αντισταθμίσει την τουρκική ναυτική ισχύ και ν' αντιμετωπίσει τις προκλή­σεις που αυτή θέτει. Αντιστρόφως όμως δεν είναι δυνατόν η Κύπρος να μην διαθέτει καμιά δική της ναυτική δύναμη, όταν επιδιώκει στρατηγικές σχέσεις και συμμαχίες με άλλες χώ­ρες και αμυντική συνδρομή από την Ελλάδα. Αναστρέφοντας την πολιτι­κή της στο θέμα αυτό, η Λευκωσία συμφώνησε προσφάτως με το Ισρα­ήλ στην προμήθεια τριών περιπολι­κών ανοικτής θαλάσσης. Το ένα έχει ήδη καθελκυστεί στη Χάιφα. Τα άλλα δύο προβλέπεται να καθελκυστούν μέσα στο 2018. Προέβη επίσης σε ορισμένες άλλες προμήθειες, που δίνουν την εντύπωση ότι, επιτέλους, εγκαταλείπεται η αμυντική απραξία. Η Κύπρος συμφώνησε και ενισχύεται η Εθνοφρουρά.

Παρουσιάστηκε συγκεκριμένα στη στρατιωτική παρέλαση της 1ης Οκτωβρίου νέος εξοπλισμός για τους καταδρομείς, όπως και άλλα εξειδικευμένα σώματα: το ισραηλινό τυφέκιο τύπου Tavor, το βελγικό Scar, πολυβόλα Minimi, βομβιδοβόλα από τη Νότια Αφρική. Παρουσιά­στηκαν επίσης επισήμως τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα μέσου βεληνεκούς (45 χλμ.) τύπου Buk. Τα τελευταία αγοράστηκαν πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, ως υποκατάστατα, μαζί με το αντιαερο­πορικό σύστημα Tor, των πυραύλων S-300, η εγκατάσταση των οποίων ματαιώθηκε για τους γνωστούς λό­γους. Η αγορά τους παρέμεινε επισήμως μυστική, παρά το γεγονός ότι οι παροικούντες την Ιερουσα­λήμ γνώριζαν από πολλά χρόνια την παρουσία τους στο οπλοστάσιο της Εθνοφρουράς.

Η θεαματική στρατιωτική παρέλα­ση επισφραγίστηκε από τη διέλευ­ση πάνω απ' αυτή δύο F-16 της Πο­λεμικής Αεροπορίας που έστειλαν το μήνυμα ότι η Ελλάδα είναι εδώ. Ο κυπριακός λαός χαιρέτισε μ' ενθουσιασμό την απροσδόκητη εμφάνιση στους κυπριακούς ουρανούς των δύο ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών. Αρνητικά αντέδρασε, ως συνήθως ο ηγέτης του ΑΚΕΛ, Άντρος Κυπριανού. Μηνύματα έστειλαν και η αναβαθμισμένη συμμετοχή της Ελληνικής Δυνάμεως Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και οι Κύπριοι σπουδαστές στις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές.

Αλλαγή πολιτικής ή πυροτέχνημα Αναστασιάδη;

Ο ενθουσιασμός που προκάλεσε η μεγαλειώδης στρατιωτική παρέλαση δεν παραμέρισε τις αμφιβολίες και τους φόβους που εμπνέει η πολιτική Αναστασιάδη, στην οποία υπερακο­ντίζει και το ΑΚΕΛ. Οι πικροί καρποί της πολιτικής αυτής με τη μορφή των αδιανόητων παραχωρήσεων στις οποίες προέβη ο Κύπριος Πρόεδρος στη διαδρομή από το Μον Πελεράν στο Κρανς Μοντάνα, αποτελούν σήμερα διπλωματικό κεκτημένο για τον διεθνή παράγοντα και οδυνηρή ήττα για την ελληνική πλευρά.

Η αρχή έγινε με την αποδοχή Πενταμερούς Διασκέψεως που ήταν η αξίωση της τουρκικής πλευράς επί σαράντα χρόνια. Ο Νίκος Αναστασιάδης εγκατέλειψε μέσα σε μια νύχτα την πάγια θέση της ελληνικής πλευράς για Διεθνή Διάσκεψη, στην οποία θα συμμετείχαν τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Μεγάλη Βρετανία). Αποδεχόμενος τη φόρμουλα της Πενταμερούς (οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις συν οι δύο κοινότητες), ο Νίκος Αναστασιάδης δέχτηκε τον παραμερισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, την αναβάθμιση του ψευ­δοκράτους που ταυτίζεται με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, και τον εγκλωβισμό του Κυπριακού στο διπλωματικό πλαίσιο των εγγυητριών δυνάμεων, που είναι πλεονεκτικό για την τουρκική πλευρά.

Ο μόνος ισχυρισμός που προέβαλε για την αποδοχή του πλαισίου αυτού ήταν το γεγονός ότι η Τουρκία δεν αποδέχεται Διεθνή Διάσκεψη και η ελπίδα ότι η τουρκική πλευρά, στο πλαίσιο έστω μιας Πενταμερούς, θα υποχρεωνόταν ν' αποσαφηνίσει τις θέσεις της πάνω στα κρίσιμα θέματα των εγγυήσεων και της διεκδικούμενης παρουσίας τουρκικού στρατού και μετά τη «λύση». Ο ισχυρισμός αυτός είναι έωλος γιατί η ελληνική πλευρά δεν μπορεί ν' αποδέχεται μόνο ό,τι αποδέχεται η Τουρκία. Δεν είναι επίσης δυνατόν να εγκαταλείπει τη θέση της για Διεθνή Διάσκεψη με τη φρούδα ελπίδα ότι η τουρκική πλευρά θα πει κάτι νέο στην Πενταμερή Διάσκεψη για τα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Επί σαράντα χρόνια επαναλαμβάνει η Άγκυρα τις θέσεις της για τις εγγυήσεις και την ασφάλεια και είναι απαράδεκτο ο Κύπριος Πρόεδρος να προβαίνει σε στρατηγικές υποχωρήσεις για να μάθει δήθεν τις τουρκικές θέσεις πάνω σ' αυτά τα θέματα ή να προσδοκά ουσιαστικές τουρκικές υποχωρήσεις. Ο πρώτος στόχος της Άγκυρας δεν είναι, προφανώς, οι Τουρκοκύπριοι. Αυτοί αξιοποιούνται ως στρατηγική μειονότητα, μόνο και μόνο για να προωθηθεί ο γεωπολιτικός και στρατηγικός έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου, που είναι ο πρώτος και κύριος στόχος της Τουρκίας.

«Διπλωματική επίθεση» με απώλειες

Ο Κύπριος Πρόεδρος δεν έμεινε, μάλιστα, στην υποχώρηση της Πενταμερούς. Μετά το φιάσκο της πρώτης Γενεύης, προχώρησε και στη δεύτερη Πενταμερή, στο Κρανς Μοντάνα της Ελβετίας. Προέβη δε σ' αυτή σε μια δήθεν «διπλωματική επίθεση», με την οποία ανέτρεψε και τις τελευταίες «κόκκινες γραμμές» της ελληνικής πλευράς και έδωσε κυριολεκτικά τα πάντα που αφορούν στη λεγόμενη «εσωτερική πτυχή» του Κυπριακού:

α) δέχτηκε την εκ περιτροπής προεδρία, προβάλλοντας ως φύλλο συκής προσχηματικούς και ανούσιους όρους·
β) δέχθηκε τις τέσσερις ευρωπα­ϊκές ελευθερίες για τους Τούρκους υπηκόους, χωρίς η Τουρκία να είναι χώρα - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως·
γ) δέχτηκε την προτεραιότητα του χρήστη (Τουρκοκυπρίου ή εποίκου) αντί του ιδιοκτήτη για τις κατεχόμενες ελληνοκυπριακές περιουσίες και το αντίστροφο για τις τουρκοκυπριακές περιουσίες που βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές·
δ) δέχτηκε το τουρκοκυπριακό βέτο σε όλες τις αποφάσεις της υποτιθέμενης ομοσπονδιακής εξουσίας στο πλαίσιο της εφαρμογής της περιβόητης «πολιτικής ισότητας» των δύο κοινοτήτων, δηλαδή της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας του 82% και της τουρκοκυπριακής μειοψηφίας του 18%.

Η υποτιθέμενη «διπλωματική επίθεση» Αναστασιάδη στο Κρανς Μοντάνα έπεσε στο κενό. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, έμεινε παγερά ασυγκίνητος από τις δήθεν «διπλωματικές επιθέσεις» Αναστασιάδη. Επανέλαβε τις ίδιες ακριβώς αδιάλλακτες θέσεις και εισέπραξε επιπλέον τις νέες υποχωρήσεις Αναστασιάδη. Οι τελευταίες έκλεισαν κυριολεκτικά την εσωτερική πτυχή του Κυπριακού, με την πλήρη τουρκοποίηση των ελληνικών θέσεων. Την πλήρη αποδοχή, δηλαδή, ακόμη και των πιο ακραίων θέσεων της τουρκικής πλευράς.

Νέες υποχωρήσεις

Το ναυάγιο της Διασκέψεως στο Κρανς Μοντάνα δεν ενόχλησε ιδιαίτερα την τουρκική πλευρά. Θα μπορούσε, βεβαίως, η τελευταία με λίγη ευελιξία να επιτύχει τουρκική «λύση» το Κυπριακό, που θα άνοιγε τον δρόμο για τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου και, σε προοπτική, για την πλήρη τουρκοποίησή της. Το γιατί δεν το έκανε οφείλεται σε τρεις λόγους.

Ο πρώτος έχει σχέση με τις ιδιορρυθμίες και τις μεγαλομανίες του Ερντογάν αλλά και με τον φόβο του ότι θα μπορούσε να κατηγορηθεί για «υποχωρήσεις» στο Κυπριακό στις προεδρικές εκλογές του 2019, αποδεχόμενος έστω και μικρές εδαφικές αναπροσαρμογές. 

Ο δεύτερος έχει να κάνει με την αλλαγή σκη­νικού ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη. Είναι ενδεικτικές οι πρόσφατες δηλώσεις Ερντογάν ότι «δεν χρειαζόμαστε τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση»!

Ο τρίτος είναι η πλήρης αδιαλλαξία και η υπεροψία της τουρκικής πλευράς, καθώς και η εκτίμησή της ότι η ελληνική πλευρά θα αναγκαστεί να υποχωρήσει τελικά και στα θέματα των εγγυήσεων και της ασφαλείας αλλά και σ' αυτό που για την τουρκική πλευρά θεωρείται κορυφαίο: το φυσικό αέριο της Κύπρου. Η ελληνική πλευρά, αντί να διαπιστώσει το φιάσκο στο οποίο έχει οδηγηθεί με την ακολουθούμενη πολιτική, χειραγωγούμενη από τον ξένο παράγο­ντα που ενεργεί υπό τον μανδύα του ΟΗΕ, εμμένει στην ίδια πολιτική για να μην κατηγορηθεί δήθεν ως «αδι­άλλακτη» και ότι «δεν θέλει λύση».

Ο Κύπριος Πρόεδρος είχε δηλώσει στο Κρανς Μοντάνα, για να μετριά­σει τις αντιδράσεις στις νέες υποχω­ρήσεις στις οποίες είχε προβεί, ότι, εάν η τουρκική πλευρά δεν ανταποκρινόταν με υποχωρήσεις στα θέμα­τα των εγγυήσεων και της ασφάλει­ας, θα απέσυρε τα όσα είχε δεχτεί, γιατί τα είχε δεχτεί στο πλαίσιο μιας συνολικής «λύσεως».

Είναι η συνηθισμένη τακτική Ανα­στασιάδη, να συνδέει τις υποχω­ρήσεις του με δήθεν όρους, τους οποίους όμως στη συνέχεια εγκατα­λείπει. Κατά πρώτο λόγο, με ποια λο­γική μπορεί κανείς να θεωρήσει ως αποδεκτή «λύση» για την Κύπρο ένα πλαίσιο το οποίο υποδουλώνει πλήρως την πλειοψηφία στη μειοψηφία, παραδίδει τις κατεχόμενες ελληνικές περιουσίες στα τετελεσμένα γεγονό­τα του «Αττίλα», ανοίγει τον δρόμο για την επανεγκατάσταση των Τουρ­κοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές, αφού χρησιμοποιήθηκαν προηγου­μένως ως εργαλείο για τον εκτουρκισμό και την αλλοτρίωση του κατεχόμενου Βορρά, και δημιουργεί ένα δικέφαλο κράτος, το οποίο δεν θα μπορεί να πάρει καμιά απόφαση χωρίς τη συγκατάθεση της Άγκυρας; Ακόμη κι αν η Άγκυρα έκανε κάποιες κινήσεις στα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας -που δεν αναμέ­νεται, άλλωστε-, θα ήταν αυτό αρκε­τό για να δεχτεί η ελληνική πλευρά αυτό το τερατούργημα που παρου­σιάζεται ως δήθεν «λύση»;

Η Έκθεση για το Κυπριακό από τον ΟΗΕ

Ο Κύπριος Πρόεδρος, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, θεώρησε ύψιστη προτεραιότητα να διαβεβαιώσει τον γενικό γραμματέα, Αντόνιο Γκουτέρες, ότι η ελληνική πλευρά είναι έτοιμη να επανέλθει στις συνομιλίες με βάση το λεγόμενο «Πλαίσιο Γκουτέρες». Ποιο είναι αυτό το πλαίσιο; Η σύνοψη των αποτελεσμάτων που έκανε ο γ.γ. στο Κρανς Μοντάνα μετά το τέλος της Διασκέψεως και το άτυ­πο έγγραφο που ετοίμασε ως βάση διαπραγματεύσεως για την εφαρμο­γή της συζητούμενης «λύσεως».

Στο «Πλαίσιο Γκουτέρες» περιελήφθησαν, βεβαίως, και οι τελευταί­ες υποχωρήσεις Αναστασιάδη. Οι θέσεις έτσι της τουρκικής πλευράς για την εκ περιτροπής προεδρία, τις τέσσερις ευρωπαϊκές ελευθερίες για τους Τούρκους υπηκόους, το τουρ­κικό βέτο σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις και η προτεραιότητα των σφετεριστών και κατακτητών των ελληνικών κατεχομένων περιουσι­ών έναντι των Ελλήνων ιδιοκτητών τους έγιναν, με τις πρεσβείες του Κύ­πριου Προέδρου, Νίκου Αναστασιά­δη, θέσεις των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως!

Το κατόρθωμα αυτό, που αξίζει... βραβείο Αττίλα, έγινε δυνατό με την ανεπιφύλακτη αποδοχή από την επί­σημη κυπριακή πλευρά του «Πλαισίου Γκουτέρες» ως βάσεως για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Το άλλοθι για την αποδοχή του είναι οι αποστάσεις που κράτησε, για λόγους αρχής ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών πάνω στα θέματα των εγγυήσεων και της παρουσί­ας τουρκικού στρατού και μετά τη «λύση». Προφανώς ο γ.γ. δεν θα έχει κανένα πρόβλημα εάν το πρώτο εν­διαφερόμενο μέρος η Κύπρος συμ­φωνήσει σε μια φόρμουλα εγγυήσε­ων που θα ικανοποιεί την Άγκυρα και σε μια αντίστοιχη φόρμουλα για την παραμονή και μετά τη «λύση» τουρ­κικού στρατού στην Κύπρο. Η ευθύ­νη τότε θα επιρριφθεί στο θύμα.

Ήδη το «Πλαίσιο Γκουτέρες» ανα­γνωρίζει ειδικό ρόλο στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις για την εφαρ­μογή της «λύσεως». Ο ίδιος επίσης ο Κύπριος Πρόεδρος, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2016, έσπευσε να υποβάλει προτάσεις για τα θέμα­τα ασφαλείας, που δεν αποκλεί­ουν ρητά την παρουσία τουρκικής στρατιωτικής δυνάμεως και μετά τη «λύση», για μια «μεταβατική περίο­δο» αρκετών χρόνων. 

Συνεχίζοντας στην ίδια αυτοκαταστροφική πολιτική, υπό την επιρροή του διεθνούς παράγοντα -κατά πρώτο λόγο του βρετανικού-, η επίσημη κυπριακή πλευρά, με τη στήριξη των δύο εκλογικά ανταγωνιζομένων σήμερα κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, κάνει «σημαία αγώνα» το «Πλαίσιο Γκουτέρες. Το ίδιο έκανε προηγουμένως με τη διζωνική ομοσπονδία, που ήταν κι αυτή τουρκοβρετανικό εφεύρημα. Το πού οδηγεί αυτή η πολιτική φαίνεται από την Έκθεση του γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Έκθεση δεν έχει ακόμη δοθεί επισήμως στη δημοσιό-τητα. Ο γενικός γραμματέας ενημέρωσε όμως άτυπα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Το περιεχόμενό της είναι ανεπίσημα γνωστό. Ο Αντόνιο Γκουτέρες δεν επιρρίπτει σ' αυτή καμιά ευθύνη στην Τουρκία η οποία είναι ολοφάνερα υπεύθυνη για το ναυάγιο της Διασκέψεως. Καταλογίζει εξίσου και στα δύο μέρη έλλειψη πολιτικής βουλήσεως για τη γεφύρωση των διαφορών και την επίτευξη «λύσεως».

Με άλλα λόγια, η αδιάλλακτη Άγκυρα, που πήρε τα πάντα στην εσωτερική πτυχή και έμεινε πλήρως αδιάλλακτη στα θέματα εγγυήσεων και ασφάλειας, μπαίνει στον ίδιο παρονομαστή με το θύμα της το οποίο καλείται εμμέσως να προβεί και σε νέες υποχωρήσεις στα θέματα που απέμειναν, ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές και να επιτευχθεί «λύση»!

Ο ΟΗΕ, που λειτούργησε στο παρελθόν ως διεθνές καταφύγιο και έρεισμα για την Κύπρο, χρησιμοποιείται τώρα από τους εχθρούς της, λόγω των απαράδεκτων υποχωρήσεων που έγιναν σε θέματα αρχής, ως όπλο εναντίον της. Το ίδιο, δυστυχώς συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το στρατηγικό όπλο που απέκτησε η Κύπρος με την ένταξή της φαλκιδεύεται από τις ίδιες τις πολιτικές των ηγετών της. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο θα έπρεπε να είναι η βάση για τη λύση του Κυπριακού, εφόσον η Κύπρος είναι χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμερίζεται με τις υποχωρήσεις αρχής της ελληνικής πλευ­ράς που αποδέχεται την παραβίαση βασικών αρχών και δικαιωμάτων και την περιβόητη «πολιτική ισότητα», που καταλύει κάθε έννοια δημοκρατικής αρχής και θα υποδούλωνε, εάν εφαρμοζόταν, ολόκληρη την Κύπρο στην Άγκυρα.

Παραλογισμός και εθνικό έγκλημα 

Η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο. Οι προσεχείς προεδρικές εκλογές έχουν στην πραγματικότητα το βάρος δημοψηφίσματος γιατί θα κρίνουν την έκβαση του κυπριακού δράματος και την επιβίωση ή την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Με τα δεδομένα αυτά, αντιλαμβάνεται κανείς τα ανάμεικτα συναισθήματα με τα οποία ο κυπριακός λαός αντιμετώπισε φέτος τον εορτασμό της 57ης επετείου της Κυπριακής Δημοκρατίας και την εντυπωσιακή παρέλαση της Εθνοφρουράς. Ο Κύπριος Πρόεδρος πρωτοστατεί στην ολέθρια πολιτική που ακολουθείται για δήθεν «λύση» του Κυπριακού, η οποία περιλαμβάνει την κατάλυση της Κυπριακής Δημο­κρατίας και τη διάλυση της κυπριακής Εθνοφρουράς.

Ο ενθουσιασμός και η συγκίνηση με την οποία πήρε μέρος στον εορτασμό ο κυπριακός λαός είναι ένα μήνυμα προς όλους όσοι απεργάζονται αυτοκαταστροφική «λύση», ότι ο λαός δεν θέλει και δεν θα δεχτεί ούτε την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε τη διάλυση της κυπριακής Εθνοφρουράς.

* Πρέσβεως ε.τ.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-06/10-19/10/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.


ΜΕΓΕΘΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΒΛΕΨΕΙΣ ΣΕ ΑΙΓΑΙΟ-ΚΥΠΡΟ


Αντίβαρο για Άγκυρα η Ελλάδα στο ναυάγιο των φιλοδοξιών της στη Μέση Ανατολή -Οι τέσσερις λόγοι για τους οποίους «επισπεύδει» τις κινήσεις της.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΑΠΕΚΤΗΣΕ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΜΕ ΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΑ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ, ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΟΜΩΣ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Πώς θα διαμορφωθεί τελι­κά η κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Θα καταστεί δυνατή κάποια συνεννόηση στη Συρία ή ο πόλεμος θα προσλάβει νέες διαστάσεις, με με­γαλύτερη αμερικανική εμπλοκή; Η αμερικανική πολιτική Τραμπ θέτει ως προτεραιότητα τον πόλεμο κατά του ISIS, σε συνδυασμό, βεβαίως, με στρατηγικούς σχεδιασμούς που εξυπηρετούν την αμερικανική πα­ρουσία και επιρροή στη Μέση Ανα­τολή. Ποια είναι τα όρια της πολιτι­κής αυτής, σε σχέση, π.χ., με το Ιράν και τη σιιτική οργάνωση του Λιβάνου Χεζμπολάχ, που είναι στρατηγι­κοί σύμμαχοι του Προέδρου Άσαντ;

Το Ισραήλ, στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, με πολύ μεγάλη επιρροή στο Κογκρέσο και στα άλλα κέντρα εξουσίας της Ουάσιγκτον, θέτει επιτακτικά στους Αμερικανούς το θέμα της παρουσίας του Ιράν και της Χεζμπολάχ σε μια μεταπολε­μική Συρία με νικηφόρο το καθε­στώς Άσαντ. Προβάλλει την ιδέα ότι, στην περίπτωση που η έκβαση των πραγμάτων οδηγήσει στην πα­ραμονή του καθεστώτος Άσαντ, με συναρτημένη την παρουσία στη Συρία του Ιράν και της Χεζμπολάχ, το Ισραήλ θα επιδιώξει όχι απλώς να παραμείνει στα Υψώματα του Γκολάν, αλλά και να προσαρτήσει επιπλέον μια ζώνη ασφαλείας, ως αναγκαίο μέτρο προληπτικής αμυ­ντικής στρατηγικής.

Τα Υψώματα του Γκολάν θεωρού­νται από τη διεθνή κοινή γνώμη, όπως έχει εκφραστεί σε αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατεχόμενα εδάφη, τα οποία πρέ­πει να επιστραφούν στη Συρία, στο πλαίσιο της υπογραφής συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Η δημιουργία επιπλέον ζώνης ασφα­λείας θα περιέπλεκε, προφανώς, την κατάσταση και στο νότιο αυτό σύνορο της Συρίας, που ήταν μέ­χρι τώρα σχετικά ήρεμο, παρά την παρουσία σημαντικών δυνάμεων ισλαμιστών ανταρτών.

Συναφής με τα ερωτήματα που θέτει η πολιτική του Ισραήλ αναφορικά με την παρουσία στη Συρία του Ιράν και της Χεζμπολάχ είναι και η συγκέντρωση αμερικανικών και βρετανικών Ειδικών Δυνάμεων στην Ιορδανία. Για μια ακόμη φορά επαναλαμβάνεται η γνωστή ιστορία της εκπαιδεύσεως από τους Αμε­ρικανούς υποτιθέμενων «μετριο­παθών» ανταρτών που θα συμπολεμήσουν με τις δυτικές δυνάμεις τους ισλαμιστές αντάρτες του ΙSΙS. Πολύ πιθανόν όμως η συγκέντρω­ση αμερικανικών, βρετανικών και άλλων δυτικών Ειδικών Δυνάμεων στην Ιορδανία να σημαίνει και κάτι άλλο: πρόθεση κλιμακώσεως και μεγαλύτερης εμπλοκής χερσαίων δυνάμεων στον πόλεμο της Συρίας.

Το μόνο, πάντως, χειροπιαστό απο­τέλεσμα μέχρι τώρα από την εφαρμογή της πολιτικής της δημιουργίας φιλοδυτικών δυνάμεων είναι οι Κούρδοι της Συρίας. Οι τελευταίοι ταυτίζουν τον εθνικό τους αγώνα με τον πόλεμο κατά του ΙSΙS και προσβλέπουν στην αμερικανική υποστήριξη. Η Λαϊκή Πολιτοφυλακή ΥΡG των Κούρδων της Συρίας είναι έτοιμη, προς μεγάλη οργή της Άγκυρας, να πρωταγωνιστήσει στην επίθεση κατά της Ράκα μαζί με επίλεκτες αμερικανικές δυνάμεις. Ο εφοδιασμός της, προσφάτως, με βαρέα σύγχρονα όπλα από τις ΗΠΑ, με απόφαση του Προέδρου Τραμπ, προεκάλεσε την έντονη αντίδραση του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν και επισκίασε την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον.

Ο Τούρκος Πρόεδρος προσπάθη­σε να ανατρέψει την αμερικανική αυτή πολιτική με το γνωστό παιχνί­δι των ανοιγμάτων προς τη Μόσχα, ελπίζοντας ότι η ρωσική πολιτική θ' αποστασιοποιούνταν από τους Κούρδους της Συρίας και θα άφη­νε στο δυτικό τμήμα της Κουρδι­κής Περιοχής, στο Αφρίν, ελεύθε­ρο πεδίο δράσεως στην Άγκυρα. Οι προσδοκίες όμως της Άγκυρας διαψεύσθηκαν. Οι ισορροπίες στη Βόρεια Συρία είναι πολύ λεπτές και κρίσιμες και ο ρωσικός παράγων δεν έχει καμιά διάθεση ν' αποκοπεί από τον εθνικό αγώνα των Κούρ­δων της Συρίας, εφόσον το καθε­στώς Άσαντ ήρθε σε συμβιβασμό μαζί τους πάνω στη βάση μιας αυτόνομης, ομόσπονδης περιοχής.

Η Άγκυρα παραμένει επομένως εγκλωβισμένη σ' ένα στρατηγικό αδιέξοδο σε ό,τι αφορά στους Κούρδους της Συρίας. Και απειλεί με μονομερή επέμβαση. Γνωρίζει όμως ότι είναι «χαλεπόν προς κέντρον λακτίζειν». Εναποθέτει επομένως τις ελπίδες της στην επιδείνωση των αμερικανορωσικών σχέσεων και κάνει προς την κατεύθυνση αυτή ό,τι μπορεί για να συνδαυλίσει τον ανταγωνισμό και την ένταση μετα­ξύ ΗΠΑ και Ρωσίας στη Συρία. Στην προσπάθειά της αυτή έχει ισχυρούς συμμάχους στο Πεντάγωνο και στις αμερικανικές Μυστικές Υπηρεσίες που, για τους δικούς τους λόγους, υπονομεύουν και αντιμάχονται τον Πρόεδρο Τραμπ και τις αλλαγές που επιχειρεί να εισαγάγει στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή αλλά και για τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Η κρίσιμη μάχη


Η αναμενόμενη πλήρης απελευθέρωση της Μοσούλης στο Ιράκ και η προέλαση σιιτικών πολιτοφυλακών προς τα σύνορα Συρίας και Ιράκ αναδεικνύουν ως νέο στρατηγικό επίκεντρο του πολέμου στη Συρία την περιοχή των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Ο συριακός στρα­τός, υποστηριζόμενος από τους συμμάχους του Ρώσους, Ιρανούς και Χεζμπολάχ, επιχειρεί στρατηγική προέλαση προς την Ντέιρ ελ-Ζορ και διαπραγματεύεται την εκκένωση ή την παράδοση ισλαμικών θυλάκων προς τα σύνορα της Ιορδανίας για να ασφαλίσει τα νώτα του και ν' αποτρέψει τη δημιουργία νέου μετώπου από το έδαφος της Ιορδανίας.

Οι αντιφάσεις στην αμερικανική πολιτική είναι έκδηλες. Ο δεδηλω­μένος πόλεμος κατά του ISIS περι­πλέκεται από τις προτεραιότητες που προβάλλουν οι τοπικοί σύμμα­χοι των ΗΠΑ, Ισραήλ και Σαουδική Αραβία. Κοινός παρονομαστής στην πολιτική των δύο πολύ διαφο­ρετικών κατά τα άλλα χωρών είναι η σφοδρή αντιπαλότητα κατά του Ιράν. Και οι δύο χώρες, για διαφορε­τικούς λόγους αντιτίθενται έντονα στο λεγόμενο «σιιτικό τόξο» που, μέσω Ιράκ, Συρίας και Λιβάνου, θα ένωνε το Ιράν με τη Μεσόγειο και θα μπορούσε να πάρει, μεταξύ άλλων, τη μορφή αγωγού φυσικού αε­ρίου, σιδηροδρομικής γραμμής και στρατηγικής, βεβαίως, συμμαχίας.   

Η ανάσχεση του Ιράν και ο προσεταιρισμός των Αράβων σουνιτών, με προεξάρχουσα τη Σαουδική Αραβία, είναι δύο στόχοι, τους οποίους εγκολπώνεται ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος, με λογικό επιχείρημα, σε ό,τι αφορά στο τελευταίο, την αποκοπή των σουνιτών μουσουλμάνων από τον ακραίο και τρομοκρατικό Μουσουλμανισμό. Απομένει όμως να διαπιστώσει κανείς στην πράξη πόσο η Σαουδική Αραβία θ' αποκοπεί από τον ακραίο Ισλαμισμό, όταν αυτός είναι στην πραγματικότητα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του ισχύοντος στη Σαουδική Αραβία ιερού ισλαμικού νόμου. Όταν, επίσης, η ισλαμική τρομοκρατία χρησιμοποιείται απροκάλυπτα από τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της ως όπλο για την ανατροπή των φιλοσιιτικών καθεστώτων στο Ιράκ και τη Συρία και για την εγκαθίδρυση σουνιτικών καθεστώτων.

Η σύμπλεξη του θρησκευτικού με τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό κατά του Ιράν οδηγεί τη Σαουδική Αραβία σε ακόμη μεγαλύτερη εξωστρέφεια και στην αναζήτηση ενός περιφερειακού ρόλου που θα εναρμονίζεται με τα αμερικανικά συμφέροντα, ώστε να διασφαλίζεται από τις ΗΠΑ η στρατηγική προστασία που επιζητεί η Σαουδική Αραβία έναντι του Ιράν. Ο περιφερειακός αυτός ρόλος έχει εμπλέξει τη Σαουδική Αραβία σ' έναν ιδιαίτερα αιματηρό και δύσκολο ανταρτοπόλεμο στην Υεμένη και σε μια νέα στρατιωτική επέμβαση στο Μπαχρέιν, εκτός της Συρίας.

Η επίσκεψη στο Ριάντ του Αμερικανού Προέδρου και η υπογραφή μιας ιλιγγιώδους συμφωνίας, ύψους 350 δια ευρώ σε βάθος δεκαετίας, για την αγορά εξοπλισμών επαναβεβαιώνουν την παρουσία και την επιρροή των ΗΠΑ στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Παραμένει όμως αμφίβολο εάν η συμφωνία αυτή θα επηρεάσει ουσιαστικά την πολιτική της Σαουδικής Αραβίας σε ό,τι αφορά στον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ και στη συνεργασία της με τον ακραίο σουνιτικό Ισλαμισμό.

Στόχος τα Οφέλη από τις εξελίξεις στην περιοχή

Η Άγκυρα γνωρίζει ότι, για διάφορους λόγους ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για εξελίξεις στο Κουρδικό. Η εγκαθίδρυση και διεθνής αναγνώριση Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής στη Συρία, μετά από εκείνη του Ιράκ, ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία στο εγγύς μέλλον αντίστοιχης περιοχής και στο τουρκικό Κουρδιστάν, που είναι μακράν το γεωγραφικά μεγαλύτερο και πολυπληθέστερο.

Ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν είχε προσπαθήσει στο παρελθόν να προσεγγίσει τους Κούρδους, υπολογίζοντας στην κοινή ισλαμική ταυτότητα, που υπερκαλύπτει την εθνική. Η κοινή αυτή ταυτότητα είχε λειτουργήσει στο παρελθόν και είχε αποτρέψει τους Κούρδους από το να διεκδικήσουν χωριστό κράτος μετά τη Συνθήκη των Σεβρών. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε κατορθώσει να τους χειραγωγήσει με επιχείρημα ότι Κούρδοι και Τούρκοι αποτελούσαν έναν λαό υπό τη σημαία του Ισλάμ.

Η διάψευση των Κούρδων ήρθε πολύ γρήγορα, γιατί ο Μουσταφά Κεμάλ έθεσε στόχο να δημιουργήσει με την επιβολή και την καταπίεση, ένα ομογενές τουρκικό εθνικό κράτος αρνούμενος ν' αναγνωρίσει, στους Κούρδους οποιαδήποτε εθνική, πολιτιστική και γλωσσική ιδιαιτερότητα. Ακολούθησαν έξι διαδοχικές εξεγέρσεις των Κούρδων, οι οποίες κατεπνίγησαν με ωμή βία και τρομοκρατία. Το κίνημα του ΡΚΚ, που ίδρυσε τριάντα χρόνια πριν ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, διαφέρει καταλυτικά από τις κουρδικές εξεγέρσεις του παρελθόντος. Είναι ένα σύγχρονο κίνημα, που εμπνέεται από το παράδειγμα, την πείρα και τις πολιτικοστρατιωτικές μεθόδους και τακτικές των εθνικο-απελευθερωτικών κινημά­των. Η αριστερή τοποθέτησή του το ενέταξε στον πολιτικό χώρο του απελευθερωτικού πατριωτισμού, της δημοκρατικής οργανώσεως και της απελευθερώσεως και ισοτιμίας των γυναικών. Το σημαντικότερο επίτευγμα του κινήματος αυτού δεν είναι μόνο η επιβίωσή του απέναντι σε μια ανελέητη κατασταλτική πολιτική του τουρκικού κράτους. Είναι επίσης το πολιτικό του επίτευγμα. Η εθνική αφύπνιση και συνειδη­τοποίηση. Η ένωση του λαού και ο αγώνας για εθνική αναγνώριση και δικαίωση. Τα ισλαμικά κηρύγ­ματα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν φαίνονται πλέον παρωχημένα και παλαιοημερολογίτικα. Οι γεωπο­λιτικές εξελίξεις στην περιοχή και οι επιδιωκόμενες νέες ισορροπίες από διάφορες δυνάμεις διανοίγουν προοπτικές για τους πολύπαθους Κούρδους, με επίκεντρο σήμερα τη Συρία. Η Τουρκία ανεμείχθη ενεργά στα σχέδια ανατροπής του καθε­στώτος Άσαντ, προβλέποντας σε μεγάλα γεωπολιτικά κέρδη και σε μια νέα ισλαμική πραγματικότητα, μέσα στην οποία η Τουρκία θα μπο­ρούσε να παίξει ηγεμονικό ρόλο.

Η Άγκυρα εισπράττει σήμερα το τίμημα της Νεμέσεως. Προσπαθεί απεγνωσμένα να αποτρέψει τη δη­μιουργία μιας Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής, η οποία θα παρακολουθούσε, ως Κουρδικός Διάδρομος, τα σύνορά της με τη Συρία, μέχρι σχεδόν τη θάλασσα. Επιδιώκει ειδι­κότερα να αποτρέψει τη σύγκλιση των δύο μεγάλων δυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας, πάνω στο Κουρδικό, εκμεταλλευόμενη τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Ο φόβος αυτός της Άγκυρας έχει καταστεί πραγματικός εφιάλτης, γιατί τον συνδέει με σχέδια για απο­σταθεροποίηση και διαμελισμό της Τουρκίας. Τον συνδέει επίσης με σχέ­δια εσωτερικής ανατροπής. Η ιδεολογία του καθεστώτος αναπληρώνει τον φόβο αυτό με μια υπερφίαλη, επιθετική πολιτική, εμπνεόμενη από το δοξολογούμενο μεγαλειώδες ισλαμικό οθωμανικό παρελθόν και τη θεωρία ότι η καλύτερη απάντηση στους διαφαινόμενους κινδύνους δεν είναι η άμυνα, αλλά η επίθεση.

Η θεωρία αυτή ενισχύεται επιπλέον με την εκτίμηση ότι η σημερινή γεωπολιτική ρευστότητα στην περιοχή επιτρέπει αναδιάταξη συνόρων και παρουσιάζει ευκαιρίες τις οποίες η Τουρκία πρέπει να αδράξει.

Παράγοντες κινδύνου

Το ναυάγιο των τουρκικών φιλοδοξιών προς την κατεύθυνση της Συ­ρίας και του Ιράκ μεγαλώνει ακόμη περισσότερο τις βλέψεις της Άγκυ­ρας προς το Αιγαίο και την Κύπρο. Ορισμένοι φθάνουν στο σημείο να εισηγούνται ότι η ικανοποίηση των διεκδικήσεων της Τουρκίας προς τα δυτικά θα αντιστάθμιζε ενδεχό­μενες απώλειές της στα ανατολικά, με τη δημιουργία, με τη μια μορφή ή την άλλη, κουρδικού κράτους. Η αλήθεια είναι ότι η Άγκυρα είχε και έχει, ούτως ή άλλως, τις γνωστές διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Κύπρο. Οι διεκδικήσεις αυτές δεν θα άλλαζαν από τη μη δημιουργία κουρδικού κράτους.

Υπάρχουν όμως τέσσερις παράγο­ντες που κάνουν την Άγκυρα να επισπεύδει προς την κατεύθυνση του Αιγαίου και της Κύπρου. Ο πρώτος είναι η αναζήτηση μιας «νίκης» που θα στήριζε τη μεγαλομανή ιδεολο­γία του καθεστώτος, που αντιμετω­πίζει και εσωτερική αμφισβήτηση. Ο δεύτερος είναι η νέα μεγάλη ση­μασία που απέκτησε η Ανατολική Μεσόγειος με τα ενεργειακά απο­θέματα και τον ρόλο τους για έναν εναλλακτικό ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Η Άγκυρα επιδιώκει να μπει, διά της ισχύος στο ενεργειακό αυτό παιχνίδι, σε βάρος, προφανώς της Ελλάδος και της Κύπρου. Ο τρί­τος λόγος είναι η δεινή οικονομική κρίση στην οποία βρίσκεται η Ελ­λάδα. Η κρίση αυτή έχει επηρεάσει, μεταξύ άλλων, τις ελληνικές αμυντι­κές δαπάνες. Η Άγκυρα εκτιμά ότι η σημερινή αποδυνάμωση της Ελ­λάδος είναι «παράθυρο ευκαιρίας» για την Τουρκία. Ο τέταρτος λόγος είναι η περίοδος γεωπολιτικής ρευ­στότητας που διέρχεται η περιοχή. Η Άγκυρα εκτιμά ότι η ρευστότη­τα αυτή καθιστά ευκολότερη την αμφισβήτηση και την αναδιάταξη συνόρων. Πιστεύει επίσης ότι, με τους τεράστιους εξοπλισμούς στους οποίους επιδίδεται και με τη θεαμα­τική ανάπτυξη της τουρκικής πολε­μικής βιομηχανίας έχει κατακτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της Ελλάδος. Η τελευταία για μια ολόκληρη δεκαετία, δεν παρακο­λούθησε τους τουρκικούς εξοπλι­σμούς και έμεινε καθηλωμένη στους εξοπλισμούς της δεκαετίας του '90.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα αι­σθάνεται ολοένα και περισσότερο την πίεση των τουρκικών εξοπλι­σμών. Διατηρεί όμως ακόμα ορι­σμένα πλεονεκτήματα, με τα οποία μπορεί να αντιμετωπίσει τη σημερι­νή κατάσταση. Η κλεψύδρα, ωστό­σο, του χρόνου εξαντλείται. Η Ελλά­δα, έστω και υπό τη σημερινή δεινή οικονομική κατάσταση, πρέπει να σπεύσει και να καλύψει επικίνδυνα κενά στην αμυντική της ετοιμότη­τα. Το πρόβλημα, άλλωστε, ως συ­νήθως δεν είναι μόνο οικονομικό. Ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας απεκά­λυψε τις πιέσεις που ασκούνται για να μην προμηθευθεί η Ελλάδα σει­ρά οπλικών συστημάτων, τα οποία έχουμε μεγάλη ανάγκη, από φίλη χώρα εκτός του ΝΑΤΟ. Προεβλήθη ως πρόσχημα το θέμα της Ουκρα­νίας και της Κριμαίας και οι κυρώ­σεις που επεβλήθησαν από την Ευ­ρωπαϊκή Ένωση στη Ρωσία.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που δεν αντιμετωπίζουν κανένα ουσιαστι­κό αμυντικό πρόβλημα, μπορεί να έχουν την πολυτέλεια τέτοιων κυ­ρώσεων προς χάριν της Ουκρανίας! Η Ελλάδα όμως αντιμετωπίζει άμε­ση απειλή στην εθνική της ασφάλεια. Προβάλλεται η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως λόγος για τη σύμπλευσή της με την πολιτική των Οργα­νισμών αυτών και με τις κυρώσεις τις οποίες επέβαλαν. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η Ε.Ε αποτελούν εγγύηση για την Ελ­λάδα. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να βασίζεται πρώτ' απ' όλα στη δική της αποτρεπτική δύναμη.

Στο πνεύμα αυτό, είναι απαράδε­κτο να δέχεται απαγορεύσεις για την αγορά οπλικών συστημάτων που είναι απαραίτητα για την άμυνά της και παρέχονται με καλούς οικονομι­κούς όρους και διευκολύνσεις. Πολύ χειρότερα ακόμη, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για την Ελλάδα ν' αποξενώνεται από μια φιλική δύναμη, η οποία έχει εκ των πραγμάτων στρα­τηγικό ρόλο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.

Η Ελλάδα πρέπει, ασφαλώς να λαμβάνει υπ' όψιν όλους τους παρά­γοντες και να εξισορροπεί την πολι­τική της με πνεύμα πολυδιάστατης πολιτικής και με κύριο γνώμονα την άμυνα και την ασφάλειά της. Στο πνεύμα αυτό, είναι απαράδεκτο να μην αναπτύσσει και να μην διατη­ρεί ισορροπημένες σχέσεις και με τη Ρωσία, όσο κι αν αυτό προκαλεί δυσφορία και αντιδράσεις στην άλλη υπερδύναμη. Η τελευταία αντιμετωπίζει, προφανώς, το θέμα μέσα από τη σκοπιά της δικής της παγκόσμιας στρατηγικής και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού με τη Ρωσία. Για την Ελλάδα όμως πρώτι­στη προτεραιότητα είναι η δική της ασφάλεια και η κατοχύρωση της εθνικής της ακεραιότητας.

Στην... πρώτη γραμμή η Μεγαλόνησος

Την περασμένη εβδομάδα ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου έδωσε συνέντευξη Τύπου στη μεγάλη κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος. Ο Τούρκος υπουργός δεν απέκρυψε οτιδήποτε από τις τουρκικές θέσεις και διεκδικήσεις:

α) Τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο και μετά τη «λύση».
β) Παραχώρηση σ' όλους τους Τούρκους υπηκόους των τεσσάρων ευρωπαϊκών ελευθεριών.
γ) Αναγνώριση του πακέτου της «λύσεως» ως πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, ώστε να καταστεί, με τον τρόπο αυτό, ευρωπαϊκό κεκτημένο και δίκαιο!
δ) «Πολιτική ισότητα» των Τουρκοκυπρίων, στο πλαίσιο μιας διζωνικής ομοσπονδίας.
ε) «Συνιδιοκτήτες» οι Τούρκοκύπριοι του φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου.

Εάν μπει κανείς σε περαιτέρω λε­πτομέρειες για τις τουρκικές θέσεις, θα διαπιστώσει ότι αυτό που ζητά η Άγκυρα είναι η επιβολή μιας «λύσεως» που οδηγεί στην τουρκοποίηση ολόκληρου του νησιού και η οποία ανοίγει επιπλέον την πόρτα για την προώθηση αφ' ενός των τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων στην Ευρώπη και αφ' ετέρου για τη λεόντειο «συμμετοχή» της Άγκυρας στο φυσικό αέριο της ελεύθερης Κύπρου.

Στόχος προτεραιότητας, άλλωστε, της Άγκυρας στη σημερινή συγκυρία είναι ο εκβιασμός της Λευκωσίας να υποχωρήσει στους ενεργειακούς της σχεδιασμούς και ν' αναστείλει τις προγραμματισμένες για τον Ιούλιο γεωτρήσεις. Ν' αποδεχθεί, με άλλα λόγια, ότι η αξιοποίηση του φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της ελεύ­θερης Κύπρου είναι «συναρμοδιό­τητα» με τους Τουρκοκυπρίους και πρέπει είτε να γίνει σε συνεννόηση με το ψευδοκράτος είτε ν' ανασταλεί για την περίοδο μετά τη «λύση».

Η Άγκυρα εγείρει παραλλήλως και άλλο θέμα. Αμφισβητεί την ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου και διεκδικεί ως δήθεν δική της ΑΟΖ μεγάλος μέ­ρος της κυπριακής ΑΟΖ στα δυτικά αλλά και στα ανατολικά. Προβάλλει τους γνωστούς ισχυρισμούς της, ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Στο πνεύμα αυτό, η Άγκυρα επιδίδεται στο γνωστό παιχνίδι των αμφισβητήσεων, με ΝΑVΤΕΧ, ασκήσεις και απειλές.

Το παράδοξο στην περίπτωση αυτή δεν είναι η τουρκική πολι­τική, που παραμένει σταθερή και αδιάλλακτη από το 1974. Είναι οι αυταπάτες η ανεδαφική, ανερμάτιστη και εν τέλει αυτοκαταστροφική πολιτική της ελληνικής πλευράς, η οποία κατέληξε, με διαδοχικές παραχωρήσεις, σε αδιανόητες στο παρελθόν θέσεις, που υπονομεύουν την ίδια την υπόσταση του κυπριακού κράτους, τη θέση του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα στρατηγικά του «χαρτιά» και τις στρατηγικές συμμαχίες του στην περιοχή.

Ο εγκλωβισμός της ελληνικής πλευράς στην περιβόητη διζωνική ομοσπονδία με «πολιτική ισότητα» και σε μια συνεχώς ανακυκλούμενη διαδικασία διακοινοτικών συνομι­λιών, που παρουσιάζει το Κυπριακό ως δήθεν διακοινοτική διαμάχη αντί ως διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής, έχει προκαλέσει ήδη τεράστια ζημιά και έχει ουσιαστικά απενοχοποιήσει, σε μεγάλο βαθμό την Άγκυρα.

Είναι τραγικό, όταν και σήμερα διακηρύσσει και διαλαλεί η Άγκυρα, διά στόματος υπουργού Εξωτερικών, τους απαράδεκτους στόχους της στην Κύπρο, οι ηγεσίες των κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ να εξακολουθούν να φαντασιώνονται προοπτικές δήθεν «λύσεως» που θα «επανενώνει» την Κύπρο. Να παραμένουν καθηλωμένες σε μια ενδοτική πολιτική ψευδεπίγραφων διαπραγματεύσεων, που χρησιμοποιούνται από την άλλη πλευρά ως όπλο για την επιβολή των τετελεσμένων γε­γονότων και μιας δήθεν «λύσεως», που θα καθιστούσε ολόκληρη την Κύπρο τουρκικό προτεκτοράτο. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται, βεβαίως, μόνο από την ενδοτική πολιτική των ηγεσιών των δύο κομμάτων που αναφέρθηκαν. Ο ξένος παράγων, με πρωταγωνιστή τους Βρετανούς επισπεύδει τις προσπάθειες για την επιβολή «λύσεως» με αναφορά τη γενικότερη γεωπολιτική κατάσταση στην περιοχή και τις σχέσεις Τουρ­κίας και Ευρώπης. Με τις πρεσβείες του γνωστού Έσπεν Μπαρθ Άιντα, του ειδικού εκπροσώπου για το Κυ­πριακό του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, έχει γίνει τεράστια ζημιά σε βάρος της Κύπρου και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που υποτίθεται ότι είναι προνομιακός χώρος για μια χώρα-μέλος. Ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα «έπεισε» τις Βρυξέλλες ότι η «λύση» του Κυπριακού είναι επί θύραις. Με το ίδιο σκεπτικό, έκανε ό,τι μπορού­σε για να εξασφαλίσει την επαναβε­βαίωση της αμερικανικής πολιτικής πάνω στη γραμμή Νούλαντ της προηγούμενης Προεδρίας Ομπάμα.

Η Κύπρος δεν έχει κανέναν λόγο να επισπεύδει για μια νέα Πενταμερή Διάσκεψη Γενεύης. Κακώς δέχθηκε να συγκληθεί και η προηγούμενη, και τα αποτελέσματα ήταν πολύ αρνη­τικά για την Κύπρο. Απεφεύχθησαν τα χειρότερα μόνο μετά τη σταθερή θέση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών πάνω στα θέματα εγγυήσεων και παραμονής τουρκικών στρατευ­μάτων και μετά τη «λύση». Αυτό που έχει ανάγκη η Κύπρος είναι μια άλλη στρατηγική, η οποία θα επαναθέσει το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής, που είναι η ουσία του.

*
Πρέσβεως ε.τ.
(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-26/05-08/06/17) 


__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΑΜΕΣΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΡΗΞΗΣ (Άρθρο ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ)


Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται την ενίσχυση της οικονομίας και της αμυντικής της ισχύος, κλιμακώνοντας τις διεκδικήσεις και τις αμφισβητήσεις σε βάρος μας. Η Αθήνα όμως θα πρέπει να γνωρίζει ότι ενδεχόμενη αναμέτρηση με τη γείτονα δεν θα περιοριστεί μόνο σε ορθόδοξο, συμμετρικό πόλεμο. Η τουρκική πλευρά θα προσδώσει σ’ αυτόν, και ασύμμετρο χαρακτήρα.
Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΥΡΙΑΚΗ, ΕΙΝΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ.
Ο Ταγίπ Ερντογάν συγκρίνει τον εαυτό του με τον Μωάμεθ τον Πορθητή, θέλοντας να έρθει σε ευθεία γραμμή με τις απαρχές του Ισλάμ και τις διδαχές του ίδιου του Προφήτη Μωάμεθ.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ, Η ΡΩΣΙΑ ΠΡΟΤΕΙΝΕ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕΒΕΤΑΙ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ.

ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Θα αρκούσε και μόνο η υιο­θέτηση από την Άγκυρα του ισχυρισμού ότι «κατέχει» δήθεν η Ελλάδα δεκα­οκτώ «τουρκικά» νησιά για να εξωθηθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε σημείο εκρήξεως. Είναι φανερό ότι όταν η τουρκική κυβέρ­νηση φτάνει στο σημείο να υιοθετεί τέτοιες θεωρίες που προηγουμένως υποστηρίζονταν από μεμονωμένους ακραίους βουλευτές και να τις καθι­στά επίσημη και δεδηλωμένη πολιτι­κή, υποστηριζόμενη, μάλιστα, απ' όλα τα κόμματα της Εθνοσυνελεύσεως, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές και αδυσώπητο: η Τουρκία του Ερντογάν υπερέβη απροκάλυπτα κάθε όριο και ετοιμάζεται ν' ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στο Αιγαίο.

Η παρούσα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχει επομένως χαρακτήρα συγκυριακό, συνδεόμενο με την εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία και τις επιμέρους επιδιώξεις του Ερντογάν. Έχει χαρακτήρα στρατηγικό και γεωπολιτικό, που συνδέεται με τις ευρύτερες φιλοδοξίες της Άγκυρας και προσωπικά του Ερντογάν σε μια κρίσιμη στιγμή που αναμορφώνονται οι ισορροπίες και ο χάρτης στην περιοχή. Η Τουρκία επιδιώκει να μην γίνει θύμα των γεω­πολιτικών αλλαγών στην περιοχή, σε σχέση ειδικότερα με τον ρόλο των Κούρδων, και ταυτόχρονα να διασφαλίσει για την ίδια έναν αυξημένο διεθνή ρόλο και γεωπολιτικά κέρδη στο ελληνοτουρκικό μέτωπο . Τα τελευταία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και αντισταθμιστικά σε ενδεχόμενες αποτυχίες και απώλειες στο μέτωπο της Συρίας και του Ιράκ.

Στο πρόσωπο του Τούρκου ηγέτη Ερντογάν και στις φιλοδοξίες που προβάλλει ενσαρκώνεται και αποκρυσταλλώνεται μια τουρκική πολιτική και στρατηγική η οποία είναι ισλαμοεθνικιστική, εμπνέεται από το αυτοκρατορικό οθωμανικό παρελθόν και είναι απροκάλυπτα επεκτατική.

Ο Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί ως απαραί­τητο όρο για την προώθηση της πολιτικής αυτής τη δική του αποθέωση με την απόδοση σ' αυτόν εξουσιών απόλυτου σχεδόν ηγεμόνα. Επενδύει γι' αυτό καθοριστικά στο συνταγματικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου και προσεγγίζει το εθνικιστικό κόμμα των Γκρίζων Λύκων του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, διακηρύσσοντας επισήμως την ταύτιση Ισλάμ και εθνικισμού ως επίσημης καθεστωτι­κής ιδεολογίας της νέας «μεγάλης» Τουρκίας που προπαγανδίζει.

Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που παρουσιάζεται ως Κεμαλικό, υπε­ρακοντίζει σε θέματα εθνικιστικής πολιτικής και δεν αποτελεί από την άποψη αυτή πραγματικό αντίπαλο δέος στον Ερντογάν. Υπενθυμίζεται ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα προηγήθηκε του κυβερνητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην υιοθέτηση των ισχυρισμών για «κατεχόμενα» δήθεν από την Ελλά­δα «τουρκικά» νησιά στο Αιγαίο.

Η σχετική αυτή επίφαση εθνικής ενότητας στο κοινοβουλευτικό επί­πεδο δεν συγκαλύπτει, βέβαια, τον βαθύ διχασμό που έχει προκαλέσει στην τουρκική κοινωνία η πολιτική Ερντογάν, με τη θέλησή της να καταστήσει ιστορική παρένθεση το κράτος του Ατατούρκ και να προαγάγει μια νέα Τουρκία, που θα δοξάζει το οθωμανικό της παρελθόν και θα ομολογεί ως κινητήριο πνεύμα της πολιτικής της το Ισλάμ. Η υπεροψία του Ταγίπ Ερντογάν στο σημείο αυτό είναι άμετρη. Δεν θέλει να παρουσιάζεται ως ένας νέος Ατατούρκ, εφόσον η ιδεολογία του τελευταίου απορρίπτει το Ισλάμ. Συγκρίνει τον εαυτό του με τον Μωάμεθ τον Πορθητή και θέτει τον ρόλο του σ' ευθεία γραμμή με τις απαρχές του Ισλάμ και τις διδαχές του ίδιου του Προφήτη Μωάμεθ. Αντιλαμβάνεται κανείς πού μπορεί να οδηγήσει την Άγκυρα ο θρησκευτικός αυτός ζηλωτισμός που επαναφέρεται σταδιακά στην καρδιά του κράτους και της πολιτικής του.

O βαθύς διχασμός της κοινωνίας

Η σύμπλευση με τον ακραίο εθνικισμό παρέχει ένα άλλοθι στην ισλαμική πολιτική Ερντογάν. Δεν αποκρύπτει όμως τον διχασμό της τουρκικής κοινωνίας μεγάλο μέρος της οποίας παρακολουθεί με ανησυχία, αν όχι και φόβο, την παλινδρόμηση της χώρας σ' έναν Ισλαμισμό ασυμβίβαστο με μια δυτικότροπη εικόνα της Τουρκίας, που καλλιεργήθηκε επί δεκαετίες ως επίσημη ιδεολογία και πολιτική και ως προοπτική ενός δυτικού μέλλοντος της χώρας.

Το «κυνήγι μαγίσσων» που έχει εξαπολύσει το καθεστώς με αφορμή το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και τις καταγγελίες κατά του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, όπως επίσης η προοπτική αναδείξεως του Ερντογάν σε απόλυτο ηγεμόνα, με τη συνταγματική μεταρρύθμιση, προκαλούν βαθιές ανησυχίες και φόβο σε σημαντική μερίδα της κοινωνίας που είναι επηρεασμένη από δυτικές και Κεμαλικές αντιλήψεις

Δύο άλλες μεγάλες κοινωνικέςνομάδες που αντιμετωπίζουν μ' επιφύλαξη και άρνηση την πολιτική Ερντογάν είναι οι Αλεβίτες και οι Κούρδοι. Οι πρώτοι ανησυχούν από την άνοδο του φανατικού Σουνιτισμού, που έχει στο ιστορικό παρελθόν του μεγάλες διώξεις και σφαγές εναντίον τους. Οι δεύτεροι είναι τα θύματα της κατασταλτικής πολιτικής του. Η πολιτική προσεταιρισμού των Κούρδων και «ειρηνικής» επιλύσεως του Κουρδικού αντικαταστάθηκε γρήγορα από μια άγρια πολιτική καταστολής όταν ο Ταγίπ Ερντογάν αντελήφθη ότι το εθνικό κίνημα των Κούρδων δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί και να υποκατασταθεί από μια πολιτική που θα είχε ως κοινό παρονομαστή το Ισλάμ και η οποία θα ενίσχυε επιπλέον το κόμμα του.

Η ανεξάρτητη κάθοδος στις εκλογές των Κούρδων στέρησε από το κόμμα του πολύτιμες ψήφους και περιόρισε το περιθώριο των πολιτικών ελιγμών του. Η ανάδυση επίσης στη Συρία μιας δεύτερης Κουρδικής Αυτόνομης Περιοχής ως παράπλευρης συνέπειας της ισλαμικής τουρκικής πολιτικής, κατέστησε το θέμα των Κούρδων πραγματικό εφιάλτη για την Άγκυρα. Τόσο για την τουρκική πλευρά όσο και για τους Κούρδους της Τουρκίας έχει πάρει προτεραιότητα η έκβαση της αντιπαραθέσεως Κούρδων και Τούρκων στη Συρία. Απ' αυτήν θα εξαρτηθούν κρίσιμα δεδομένα, που θα προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό και τις εξελίξεις στο

τουρκικό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι επομένως της Τουρκίας με φυλακισμένη την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), που συσπειρώνει κατά κύριο λόγο τους Κούρδους, και με τη στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ Κούρδων και Τούρκων σε πλήρη εξέλιξη στην Τουρκία και στη Συρία, είναι στην πρωτοπορία του «όχι» στον Ερντογάν.

Η εκλογική αντιπαράθεση μέχρι τις 16 Απριλίου θα είναι έντονη, γιατί η διαίρεση της τουρκικής κοινωνίας υπερβαίνει τα κόμματα και το συνη­θισμένο πολιτικό παιχνίδι. Οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις είναι μεγάλες. Τροφοδοτούνται επίσης από τις εξωτερικές εξελίξεις, τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή και την προσπάθεια του Ερντογάν να παρεμβληθεί ως παράγων. Επιδίδεται γι' αυτό στο γνωστό παιχνίδι του επαμφοτερισμού και της ισορροπίας μεταξύ ΗΠΑ Ρωσίας, με στόχο την αποκόμιση στρατηγικών πλεονεκτημάτων και γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων. 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι με επίκεντρο τη Συρία

Η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» που ανέλαβε η Άγκυρα με την εισβολή στη Βόρεια Συρία, είναι μια τολμηρή πολιτική, που θέλει να στείλει το μήνυμα ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει παθητικός θεατής των εξελίξεων και ότι, σε κάθε περίπτωση, θα εμποδίσει διά των όπλων τη δημιουργία Ανεξάρτητης Κουρδικής Περιο­χής στα νότια σύνορά της, με την ένωση του καντονιού του Αφρίν δυτικά με το καντόνιο του Κομπάνι ανατολικά. Η Άγκυρα θεωρεί τη δημιουργία μιας τέτοιας Περιοχής ή κουρδικού κράτους ως άμεση απειλή στην εθνική της ενότητα, γιατί προβλέπει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως τρίτο κατά σειράν αποτέλεσμα την αυτονόμηση ή απόσχιση του τουρκικού Κουρδιστάν.

Η δημιουργία και δεύτερης Αυτό­νομης Κουρδικής Περιοχής, στη Συ­ρία, είναι, βεβαίως, έργο και της Νεμέσεως κατά της τουρκικής εμπλο­κής στη συνωμοσία και συμμαχία των ακραίων σουνιτικών δυνάμεων του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, σε συνεργασία με την υπόγεια πολιτική Ομπάμα - Κλίντον και άλλων δυτικών δυνάμεων, για την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ με υβριδικό πόλεμο, με τη χειραγώγηση ακραίων ισλαμικών ορδών.

Η ρωσική παρέμβαση στη Συρία, σε συνεργασία με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, ανέτρεψε την επονείδιστη αυτή στρατηγική, που έδειξε μέσα σε λίγο χρόνο ποια θα ήταν η εναλλακτική λύση στην ανατροπή Άσαντ και πόσο επικίνδυνη είναι για ολόκληρο τον κόσμο η δημιουργία ενός ισλαμικού Φράνκενσταϊν στο πρόσωπο του Ισλαμικού Κράτους.

Πολύ περισσότερο όταν αυτό αυτονομήθηκε από τους δημιουργούς του και προέβαλε φιλοδοξίες ιδρύσεως νέου παγκόσμιου ισλαμικού τρομοκρατικού χαλιφάτου. Η Τουρκία συνεργάσθηκε στενά στην ακραία αυτή ισλαμική επιχείρηση, επενδύοντας στην προσδοκία μιας άμεσης αμερικανικής στρατιω­τικής επεμβάσεως όπως και οι σύμμαχοί της Κατάρ και Σαουδική Αραβία.

Το ενδεχόμενο αυτό κατέστη όμως ανέφικτο μετά την ισχυρή στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας με πρόσκληση του Άσαντ και κυρίως μετά την ηθική και πολιτική απαξίωση των ακραίων ισλαμιστών με τη διάπραξη ασύλληπτων βαρβαροτήτων και την απροσχημάτιστη επικράτηση στο πεδίο της μάχης των ισλαμιστών της Αλ Κάιντα, της παραφυάδας της Αλ Νούσρα και του Ισλαμικού Κράτους. Θα ήταν εξωφρενικό θέαμα μια αμερικανική επεμβατική δύναμη να βρεθεί επίσημα στο πλευρό της Αλ Κάιντα και των ομοίων της.

Η ανατροπή των τουρκικών προσδοκιών στη Συρία και στο Ιράκ και ο τρόμος από τον οποίο κατελήφθη για τις διαφαινόμενες εξελίξεις στο Κουρδικό στα σύνορά της οδήγησαν την Άγκυρα σε αναστροφή πολιτικής και σε προσέγγιση με τη Μόσχα, οι σχέσεις με την οποία είχαν διαταραχθεί επικίνδυνα μετά την κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι 24. Είναι προφανές ότι η τουρκική επέμβαση στη Συρία έγινε με ρωσική ανοχή, με πρόσχημα τον πόλεμο κατά του ISIS, και με αντάλλαγμα τη συνεργασία της Τουρκίας για πολίτικη λύση στη Συρία και την εγκατάλειψη των προηγουμένων συμμάχων της. Είναι όμως ειλικρινής η τουρκική πολιτική;

Προφανώς όχι. Η Άγκυρα καιροσκοπεί και ελίσσεται, επιδιώκοντας κατά πρώτο λόγο, να αποτρέψει τη σύγκλιση της Ρωσίας και των ΗΠΑ στο θέμα των Κούρδων της Συρίας.

Η Άγκυρα ζητά απεγνωσμένα από τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν τη συμμαχία τους με τους Κούρδους της Συρίας και να τους θεωρήσουν «τρομοκράτες», εφόσον έχουν οργανι­κούς δεσμούς με το ΡΚΚ της Τουρκίας. Το τελευταίο οι Αμερικανοί ακόμη το έχουν εγγεγραμμένο στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Άγκυρα προσφέρεται να διαθέσει τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνάμεις για τον πόλεμο κατά του ISIS, υπό τον όρο ότι θα αποκλεισθεί το YPG των Κούρδων της Συρίας και οι σύμμαχοί τους από οποιαδήποτε εκστρατεία κατά του ISIS, ιδίως για την απελευθέρωση της Ράκα.

Οι Αμερικανοί απαντούν μέχρι τώρα στερεότυπα ότι άλλο η Τουρκία και άλλο η Συρία. Θεωρούν τους Κούρδους της Συρίας ως τους μόνους αξιόπιστους συμμάχους στο πεδίο της μάχης και επενδύουν μακροπρόθεσμα στον κουρδικό παράγοντα στην περιοχή. Φοβούνται επίσης ότι, εάν δεχθούν την τουρκική προσφορά για εμπλοκή τουρκικών βαθιά στη Συρία, θα έχουν στη συνέχεια μεγάλα προβλήματα με την Άγκυρα και τις διεκδικήσεις της. Η νέα αμερικανική προεδρία Τραμπ είναι διατεθειμένη επίσης να αποστείλει αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία για τον πόλεμο κατά του ISIS, οπότε δεν έχει οποιαδήποτε εξάρτηση από τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Και η Μόσχα προσεγγίζει τους Κούρδους

Σε ό,τι αφορά στη Μόσχα, η πολιτική της για τους Κούρδους της Συρίας αποσαφηνίσθηκε με μια σειρά πρωτοβουλίες που ανέλαβε στο θέμα αυτό. Πρότεινε, κατά πρώτο λόγο, στην Αστανά του Καζακστάν, κατά τη διάρκεια της Διασκέψεως για τη Συρία που έγινε εκεί με τη συμμετοχή της Ρωσίας της Τουρκίας και του Ιράν, να αντιμετωπισθεί το θέμα των Κούρδων με μια ομοσπονδιακή λύση, που θα σέβεται όμως την ενότητα και την κυριαρχία της Συρίας. Η Άγκυρα αντέδρασε αρνητικά. Κατά δεύτερο λόγο, η Ρωσία ανέλαβε πρωτοβουλία για την οργάνωση Κουρδικού Συνε­δρίου στη Μόσχα, στο οποίο πήραν μέρος αντιπρόσωποι από τις διάφορες περιοχές του Κουρδιστάν, εκτός από το Βόρειο Ιράκ. Το τελευταίο, υπό την ηγεσία του Μασούντ Μπαρ­ζανί, είναι έντονα φιλοαμερικανικό και διατηρεί φιλικές σχέσεις με την Άγκυρα για να μπορεί να εξάγει μέσω αυτής το πετρέλαιο του Βορείου Ιράκ. Η ρωσική πολιτική υποστηρίζει, κατά τρίτο λόγο, τη συμμετοχή των Κούρδων της Συρίας στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης την οποία απορρίπτει η Άγκυρα.

Με τα δεδομένα αυτά, η θέση της Άγκυρας δεν είναι καθόλου εύκολη. Απειλεί ότι θα προελάσει στρατιωτικά, μετά την Αλ Μπαμπ, στη Μανμπίζ (Ιεράπολη) και στη Ράκα, για να εκβιάσει την αποδοχή της ως παράγοντα με τον οποίο η Ουάσιγκτον και η Μόσχα πρέπει υποχρεωτικά να συνεννοηθούν. Ο συριακός στρατός όμως ήδη έχει προελάσει νότια της Αλ Μπαμπ και έχει αναπτύξει επαφή με τις δυνάμεις των Κούρδων ανατολικά.

Οποιαδήποτε τουρκική προέλαση θα έχει επομένως να κάνει και με τον συριακό στρατό και τους Ρώσους Ιρανούς συμμάχους του. Εάν επιχειρηθεί προέλαση από τα βόρεια κατά της Ράκα, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις θα συγκρουσθούν μετωπικά με τους Κούρδους στους οποίους και η νέα αμερικανική προεδρία παρέχει στρατιωτική βοήθεια σε αντιαρματικά και τεθωρακισμένα.

Οι παράμετροι του προβλήματος είναι κυρίως πολιτικές. Η νέα αμερικανική στρατηγική για τη Συρία και τη Μέση Ανατολή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε εντολή να διαμορφωθεί η νέα πολιτική, με συγκεκριμένες προτάσεις, εντός σαράντα ημερών. Η Τουρκία ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στην αμερικανική πλευρά για να γίνουν δεκτές οι θέσεις της και χρησιμοποιεί γι' αυτό ως μοχλό πιέσεως τις σχέσεις με τη Ρωσία. Έχει διευθετηθεί ήδη επίσκεψη Ερντογάν στη Μόσχα στις αρχές Μαρτίου.

Τα αντικειμενικά στοιχεία που προσδιορίζουν την κατάσταση στη Συρία και τη Μέση Ανατολή είναι η διαφαινόμενη κατάρρευση του Ισλαμικού Κράτους, η αναγνώριση και από τις δύο υπερδυνάμεις του κουρδικού παράγοντα και της ανάγκης ν' αντιμετωπισθεί κατά κάποιον τρόπο το εθνικό πρόβλημα των Κούρδων στην περιοχή -για διαφορετικούς λόγους για κάθε πλευρά-, καθώς και το θέμα των σουνιτών της Συρίας.

Πάνω στο τελευταίο στηρίχθηκε, ως γνωστόν, η ξένη επέμβαση και το σχέδιο δυναμικής ανατροπής του καθεστώτος Ασαντ.

Θα επιχειρηθεί η δημιουργία ενός Σουνιστάν στη Συρία, με την προσδοκία ότι η νέα αμερικανική προεδρία θα δελεασθεί να υποστηρίξει ένα τέτοιο σχέδιο, που συμβαδίζει με την έξωση του Ιράν από τη Συρία;

Για να προλάβει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το καθεστώς Άσαντ έχει κάθε λόγο να επιταχύνει την εκστρατεία του για την ανακατάληψη της Ανατολικής Συρίας υποστηριζόμενο από τους συμμάχους του. Έχει συμφέρον επίσης να βρει έδαφος συνεννοήσεως με τους Κούρδους της Συρίας για ν' αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή και να διαφυλάξει μια σκιώδη έστω ενότητα της Συρίας,

Ο Τούρκος πρόεδρος με διαδοχικά ταξίδια στο Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και μετά στο Πακιστάν, επιχειρεί να συσπειρώσει τις σουνιτικές δυνάμεις και να προβάλει την Τουρκία ως ηγέτιδα σουνιτική χώρα. Συνδέει την πολιτική αυτή και με φιλοδοξίες για τον ρόλο της Τουρκίας ως μεγάλης μουσουλμανικής δυνάμεως που θα έχει την πλώρη της στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο και ως στρατηγικό βάθος τις πλούσιες και συντηρητικές σουνιτικές χώρες του Κόλπου και το Πακιστάν. Ο Ταγίπ Ερντογάν δοκίμασε όμως ήδη στη Συρία την πολιτική αυτή και γνωρίζει τα όριά της και τις παρενέργειές της, μέσα στις οποίες έχει εγκλωβιστεί. Ελπίζει γι΄ αυτό σεμια επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ. Είναι έτοιμος για τον λόγο αυτό να παίξει όχι μόνο το χαρτί της «φιλίας» με τη Μόσχα και της απειλής για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, αλλά και το χαρτί του Ιράν, για το οποίο είναι πολύ ευαίσθητη η νέα αμερικανική προεδρία.

Ελληνοτουρκικά και Αιγαίο σε συνάρτηση με τη Μέση Ανατολή

Η Τουρκία, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε εξελίξεις και αλλαγές στη Μέση Ανατολή, έχει τις γνωστές βλέψεις της στο Αιγαίο, γιατί τις συναρτά με τις φιλοδοξίες της για επανάκτηση της παλαιάς οθωμανικής επιρροής στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο, η Άγκυρα γνωρίζει την τεράστια στρατηγική σημασία του, που είναι σχεδόν ισοδύναμη με αυτή των Στενών. Γνωρίζει επίσης ότι το Αιγαίο σήμερα και η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι ο «ατρύγετος πόντος», όπως τον χαρακτήριζε ο Όμηρος. Κρύβει στον βυθό πολύ μεγάλα ενεργειακά αποθέματα και πλούτο.

Ο στόχος επομένως της αμφισβητήσεως της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο δεν χρονολογείται από την εποχή του Ερντογάν. Είναι πολύ παλαιότερος. Η σημερινή όμως συγκυρία δίνει μια νέα διάσταση στις τουρκικές διεκδικήσεις οι οποίες έχουν εν τω μεταξύ κλιμακωθεί σε απροσχημάτιστες εδαφικές διεκδικήσεις. Η σημερινή συγκυρία δεν χαρα-κτηρίζεται μόνο από την κρίση και τις επερχόμενες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηρίζεται επίσης από την αστάθεια στα Βαλκάνια, τα οποία είναι πολύ πιθανόν να γίνουν επίκεντρο μιας άλλης μεγά­λης διεθνούς κρίσεως μετά τη Μέση Ανατολή. Χαρακτηρίζεται, τέλος, από τη βαθιά οικονομική κρίση που διέρ­χεται η Ελλάδα, η οποία έχει πλήξει το συνολικό εθνικό δυναμικό της περιλαμβανομένης της αμυντικής της ισχύος λόγω της εφοπλιστικής απρα­ξίας επί σειρά ετών και της μεγάλης περικοπής των αμυντικών δαπανών Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται την ενί­σχυση της οικονομίας της και της αμυντικής της ισχύος κατά τα τελευ­ταία χρόνια, κλιμακώνοντας τις διεκ­δικήσεις και τις αμφισβητήσεις της σε βάρος της Ελλάδος. Πιστεύει πως η σημερινή γεωπολιτική ρευστότητα την οποία διέρχεται η περιοχή, της πα­ρέχει ευκαιρίες να προβάλει γενικό­τερες διεκδικήσεις διαπραγματευόμενη τη γεωστρατηγική της θέση και τη συνεργασία της με τη Δύση. Το γεγονός ότι η ίδια η Τουρκία βρί­σκεται σε δεινή θέση στη Συρία, στην οποία ετέθη επί τάπητος ο χειρότερος εφιάλτης της το Κουρδικό, την καθι­στά ακόμη πιο νευρική. Αναζητά, σε περίπτωση μιας μεγάλης αποτυχίας σ' αυτό το μέτωπο, να έχει ανοικτά άλλα μέτωπα, από τα οποία να ελπίζει «εύκολες» νίκες και επιτυχίες.

Ένα από τα μέτωπα αυτά είναι η Κύπρος όπου η ολέθρια και αυτοκαταστροφική πολιτική του Κυπρίου προέδρου και των ηγεσιών του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, έστρωσε κυριολεκτικά τον δρόμο για τουρκική επέλαση, με τη βοήθεια της περιβόητης Βικτόρια Νούλαντ, υφυπουργού για Ευρωπαϊ­κά και Ευρασιατικά Θέματα των ΗΠΑ κατά την προεδρία Ομπάμα. Η «λύση» του Κυπριακού έγινε εργαλείο για ένα μεγαλεπήβολο σενάριο για την προώθηση των σχέσεων της Τουρ­κίας με την Ευρώπη και την εισαγωγή της ως λεόντειου συνεταίρου στην ΑΟΖ της Κύπρου και της Ελλάδος. Η αλλαγή προεδρίας στις ΗΠΑ δίνει την ευκαιρία στην ελληνική πλευρά ν' ασκήσει επιρροή στην Ουάσιγκτον για την αποτροπή ανθελληνικών σε­ναρίων στην Κύπρο και στην Ελλά­δα, με δεδομένες τις διαφορετικές θέσεις Τραμπ σε μια σειρά διεθνή θέματα. Το Αιγαίο είναι ένα δεύτερο μέτωπο το οποίο η Άγκυρα υπολαμβάνει ως «εύκολο» για νίκες και επιτυχίες υπερεκτιμώντας τις επιπτώ­σεις της οικονομικής κρίσεως στην αμυντική ισχύ της χώρας μας.

Η Άγκυρα γνωρίζει, βεβαίως και τις δικές της αδυναμίες από την αναστάτωση και την αποσάθρωση που έχουν επιφέρει στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις οι μαζικές διώξεις στελεχών. Γνωρίζει επίσης το πρόβλημα που αντιπροσωπεύει η εμπλοκή της στη Συρία, με άγνωστη ακόμη τη συμπεριφορά των ισχυροτέρων συντελεστών, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Γνωρίζει, τέλος τη σαθρότητα του εσωτερικού της μετώπου, όσο κι αν προσπαθεί να το γαλβανίσει με τον εθνικιστικό και ισλαμικό φανατισμό. Έχοντας όλα αυτά υπ' όψιν, η Άγκυρα δεν πρέπει λογικά να επιδιώκει μια γενικευμένη σύγκρουση, που κρύβει πολλούς και μεγάλους κινδύνους. Επιδιώκει τον αιφνιδια­σμό και τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων, που εντάσσονται στον στρατηγικό στόχο της ανατροπής του status quo στο Αιγαίο. Έχει ήδη στρώσει γι΄ αυτό τον δρόμο, με την προβολή εδαφικών διεκδικήσεων.

Έχει αναλάβει επίσης διεθνή διπλωματική εκστρατεία για την προβολή των «δικαιωμάτων» της στο Αιγαίο.

Η ελληνική πλευρά δεν πρέπει να έχει ψευδαισθήσεις. Οι τουρκικοί στόχοι είναι ωμοί και απροκάλυπτοι. Πρέπει να ενισχύσει κατεπειγόντως την άμυνά της και τα διεθνή της ερείσματα και ν' αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα οποιαδήποτε τουρκική πρόκληση και απόπειρα καταλήψεως ελληνικού νησιού και δημιουργίαςτετελεσμένων γεγονότων. Πρέπει επίσης να γνωρίζει ότι ενδεχόμενη ελληνοτουρκική αναμέτρηση δεν θα περιορισθεί μόνο σε ορθόδοξο συμμετρικό πόλεμο.

Η τουρκική πλευρά θα προσδώσει σ' αυτόν και ασύμμετρο χαρακτήρα. Τα ανοικτά σύνορα και η λαθρομετανάστευση, τα hotspots μεταναστών που έχουν διασπαρεί σε όλη την Ελλάδα είναι μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδίστακτα για δολιοφθορές και ανορθόδοξο πόλεμο. Η αμυντική ετοιμότητα πρέπει να περιλάβει επίσης τον αυστηρό έλεγχο των συνόρων και την προστασία του εσωτερικού μετώπου.

Κατά τα άλλα, ας ελπίσουμε πως η Άγκυρα θ' αντιληφθεί ότι το κόστος ενός ενδεχόμενου τυχοδιωκτισμού της θα είναι πολύ βαρύ για να το αναλάβει. Αυτό όμως επιβάλλει στην ελληνική πλευρά κατεπείγουσα ενίσχυση της άμυνάς της, διπλωματική δράση για την ενίσχυση των διεθνών της ερεισμάτων και ψύχραιμη αλλά αποφασιστική αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων.

Η Τουρκία επιδιώκει να μην γίνει θύμα των γεωπολιτικών αλλαγών στη Μέση Ανατολή, ιδίως σε σχέση με τον ρόλο των Κούρδων, και ταυτόχρονα να διασφαλίσει αυξημένο διεθνή ρόλο και γεωπολιτικά κέρδη στο μέτωπο με την Ελλάδα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά σε ενδεχόμενες αποτυχίες και απώλειες στο μέτωπο Συρίας - Ιράκ.

* Πρέσβεως ε.τ.
(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-03/03-16/03/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

Αγώνας δρόμου για την άμυνα


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.

Επί δεκατρία χρόνια, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, επί διαφόρων κυ­βερνήσεων, αδράνησε, ως η χώρα να μην αντιμετώπιζε οποιαδήποτε απει­λή και ως να ήταν κρυφή και αόρατη η ανάπτυξη από την Άγκυρα μιας γιγαντιαίας πολεμικής βιομηχανίας, πάνω στην οποία θέλει η τελευταία να στηρίξει τις φιλοδοξίες της για την ανάδειξή της σε μεγάλη δύναμη και για επεκτατική πολιτική. Οι τρεις τελευταίοι υπουργοί Άμυνας ιδιαίτερα, Μεϊμαράκης, Βενιζέλος, Μπεγλίτης, δεν έκαναν κυριολεκτικά απολύτως τίπο­τε, με αφορμή την οικονομική κρίση. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος διέπραξε μά­λιστα το απίστευτο λάθος να δεχθεί τις αξιώσεις της «τρόικας» για την ένταξη και των αμυντικών δαπανών στα Μνημόνια, όταν το άρθρο 346 της Συνθήκης της Λισαβόνας εξαιρεί τις αμυντικές δαπάνες από την ελεύθερη Ευρωπαϊκή αγορά και τις αναγνωρίζει ωε αποκλειστικά εθνική αρμοδιότητα, εάν δεν συγχέονται με άλλες δραστηριότητες που δεν είναι αμυντικές.

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλη­μα, αναλαμβάνοντας μια σειρά πρωτοβουλιών για την ενίσχυση του αμυν­τικού δυναμικού της χώρας. Οι εξαγγελίες όμως για την ενίσχυση του αρματικού δυναμικού, του πυροβολικού MLRS, των μεταφορικών ελικοπτέρων, της αναβαθμίσεως των F-16 έμειναν μετέωρες για λόγους που δεν είναι ακόμη δημοσίως γνωστοί ή σαφείς. Ευτυχώς, από την περι­πέτεια αυτή ολοκληρώθηκε η κατασκευή από τα ναυπη­γεία Σκαραμαγκά, με την απευθείας ανάμειξη του Πολεμι­κού Ναυτικού, των τεσσάρων συγχρόνων υποβρυχίων, τα οποία διαδραματίζουν σήμερα καίριο ρόλο στο ισοζύγιο δυνάμεων στο Αιγαίο και στην ικανότητα αποτροπής της χώρας.

Χρειάσθηκε να φτάσουμε στο έσχατο όριο των κιν­δύνων για να αντιληφθούμε ότι η άμυνα, όταν είναι πραγματική ανάγκη, δεν αναβάλλεται και μπορεί να έχει κόστος που δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε οι­κονομικό κόστος, γιατί η προκαλούμενη ζημιά δεν εί­ναι ή πολύ δύσκολα είναι επανορθώσιμη. Πολλοί δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη το πραγματικό νόημα των τελευ­ταίων δηλώσεων του Τούρκου πρωθυπουργού Γιλντιρίμ. Εκατόν τριάντα νησιά στο Αιγαίο, είπε, μας ανήκουν και έχουμε τη δύναμη να τα πάρουμε. Μιλάμε για προβολή απροκάλυπτης εδαφικής διεκδικήσεως σε βάρος της χώρας μας. Το ίδιο επανέλαβε σύμβουλος του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με άλλα λόγια. Αναφερόμενος στα Ίμια, εξήγη­σε ότι η διαμάχη γι' αυτά δεν είναι, προφανώς, γι΄ αυτά. Είναι για το Αιγαίο, είπε. Στο ίδιο πνεύμα ήταν και η γενικότερη αναφορά του Ταγίπ Ερντογάν στη Συνθήκη της Λωζάννης. Η αμφισβήτηση της Συνθήκης περιλαμβάνει όχι μόνο τα Δυτικά αλλά και τα Νότια σύνορα της Τουρκίας. Τα τελευταία όμως αποτελούν και τον εφιάλτη της Άγκυρας, λόγω του Κουρδικού προβλήματος και της αβεβαιότητας της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Αντιθέτως, η Άγκυρα πιστεύει και προετοιμάζεται εντατικά για την ανατρο­πή οποιοσδήποτε ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο και την «ειρηνική» προώθηση των στόχων της από θέση στρατηγικής υπεροχής.

Η εξαγγελία, επιτέλους, τριών σημαντικών προγραμμάτων από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, της αναβαθμίσεως δηλαδή των αεροσκαφών F-16, του αιτήματος αγοράς μικρού έστω αριθμού F-35 και του εκσυγχρο­νισμού των Ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων, που βρίσκονται στο Ελληνικό οπλοστάσιο, περιλαμβανομένου του συστήματος S-300, είναι μια μικρή ελπίδα ότι το υπουργείο άρχισε να τρέχει για να καλύψει το μεγάλο εξοπλιστικό κενό, που αποτελεί νάρκη στην εθνική ασφάλεια της χώρας.

Η οικονομική στενότητα, οι αξιώσει της «τρόικας» και ψευδοϊδεολογίστικες εμμονές και αυταπάτες δεν πρέπει να εκφυλίσουν την αμυντική προσπάθεια της χώρας σε κάτι εντελώς ανεπαρκές και χρονικά εκπρόθε­σμο. Θα ίσχυε στην περίπτωση αυτή το Αγγλο-Σαξωνικό «too little too late» (πολύ λίγο, πολύ αργά). Η χώρα έχει συγκεκριμένο αμυντικό πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να κάνει ό,τι κάνει και η Τουρκία. Πρέπει όμως να αναλάβει κατεπειγόντως κινήσεις οι οποίες θα ασφαλίσουν το Αιγαίο και θα δώσουν στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμει τις αναγκαίες αποτρεπτικές δυνατότητες

Η αναβάθμιση των F-16 θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και χρόνια. Έστω όμως και τώρα πρέπει να γίνει στον συντομότερο δυνατό χρόνο και να περιλάβει το σύνολο των αεροσκαφών. Προκαλεί προβληματισμό η εξαίρεση από τον εκσυγχρονισμό των Γαλλικών αεροσκαφών τύπου Mirage 2000-5. Προβάλλεται ως λόγος το υπέρμετρο κόστος ανά αεροσκάφος. Σε κάθε περίπτωση, η Γαλλική παρουσία στην Πολεμική Αεροπορία (F-1 και 2000- 5) αντιπροσωπεύεται από κρίσιμα όπλα στο Ελληνικό οπλοστάσιο, όπως εί­ναι ο Exocet-39 (αέρος - θαλάσσης) και ο υποστρατηγικός πύραυλος Scalp με βεληνεκές 1.000 περίπου χλμ.

Προφανώς, το αναβαθμισμένο F-16 δεν θα είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί στα Τουρκικά F-35, τα οποία θα αρχίσει να παραλαμβάνει η Τουρκία από το 2018. Η προμήθεια έστω ενός πολύ μικρού αριθμού F-35 από την Ελλά­δα έχει το μειονέκτημα ότι θα γίνει σε πολύ υστερότερο χρόνο η παραλαβή τους (ένα ή δύο έτη τουλάχιστον). Για να αποφευχθεί το παράθυρο αυτό τρωτότητας, όπως λέγεται, πρέπει η Ελλάδα να διαπραγματευθεί, με πολιτικούς όρους, την παραχώρηση ενός μέρους, τουλάχιστον, της Ελληνικής παραγγελίας από τη γραμμή παραγωγής της Αμερικανικής Αεροπορίας. Το υπέρογκο κόστος του αεροσκάφους συμπιέζει επίσης δραματικά τον αριθμό των παραγγελλομένων αεροσκαφών. Είναι προφανές όμως ότι υπάρχει στο θέμα της ποσότητας ένα όριο, το οποίο δεν μπορεί με τίποτε να ξεπερασθεί, χωρίς να ακυρώνει το νόημα της προμήθειας και της αποστολής που καλείται το αεροσκάφος να επιτελέσει. Θεωρητικά, υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας ενός άλλου αεροσκάφους, σε πολύ χαμηλότερο κόστος και σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς. Του Ρωσικού Σουχόι F-35, το οποίο, σύμφω­να τουλάχιστον με τις υπάρχουσες πληροφορίες είναι σε θέση να αντιμετω­πίσει το F-35. Υπάρχει όμως πάντα το γνωστό πρόβλημα και η αντίφαση μέ­σα στην οποία είναι εγκλωβισμένη η Ελληνική πολιτική και στρατηγική. Με αναφορά τη συμμετοχή της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα κατά τη σημερινή συγκυρία των κυρώσεων κατά της Ρωσίας με αφορμή την Ουκρανία, η Ρωσία υποδεικνύεται ως «εχθρός», ανεξάρτητα αν για την Ελλάδα είναι μια φίλη χώρα και αναγκαίος στρατηγικός εταίρος για την αναχαίτιση της Τουρκικής επιθετικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, όσο και αν η Ελλάδα αισθάνεται υποχρεωμένη να κάνει σπονδή στις επίσημες συμμαχίες της και να λαμβάνει υπ΄ όψιν τους διεθνείς γεωπολιτικούς συσχετισμούς και ανταγωνισμούς, ειδικότερα τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, δεν πρέπει να λησμονεί ότι δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός και καμιά εγγύηση της εθνικής της ασφάλειας από τους επίσημους συμμάχους της. Η εθνική ασφάλεια είναι πρωτ΄ απ’ όλα δική μας μέριμνα και ευθύνη. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει μια πιο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτι­κή και αμυντική στρατηγική.

Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ δημιουργεί ένα πιο ευνοϊκό κλίμα για την ανάπτυξη των Ελληνο-Ρωσικών σχέσεων, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των υποστηρικτών της γραμμής Ομπάμα - Κλίντον και της παγκο­σμιοποίησης να υπονομεύσουν την πολιτική Τραμπ και την προσέγγιση και εξομάλυνση ειδικότερα των Αμερικανο-Ρωσικών σχέσεων. Στο πνεύμα αυτό, η συμφωνία για τον εκσυγχρονισμό των Ρωσικών αντιαεροπο­ρικών συστημάτων πρέπει επειγόντως να διευρυνθεί και να περιλάβει και άλλα συστήματα, που είναι απολύτως αναγκαία για την κάλυ­ψη κρίσιμων κενών στο Ελληνικό αμυντικό σύστημα. Σε πρώτη θέση είναι το σύστημα S-400, που έχει ικανότητα αντιμετωπίσεως του F-35 αλλά και βαλλιστικές ικανότητες με μικρές τροποποιήσεις. Σε δεύτερη θέση, εί­ναι ο πύραυλος Iskander, που θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις απειλητικές διαστάσεις που έχει προσλάβει το Τουρκικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Σε τρίτη θέση είναι το πολυπυραυλικό σύστημα Smerch, που έχει βεληνεκές 90 χλμ. Σε τέταρτη θέση είναι η προμήθεια ΤΟΜΑ, ο εκσυγχρονισμός των Ελληνικών πολυπυραυλικών συστημάτων RM-70, τα αυτοκινούμενα αντιαεροπορικά σύστημα βραχέος και μέσου βεληνεκούς Pantsir-S1 και Buk (40 χλμ. βεληνεκές).

Η Τουρκία του Ερντογάν αντιμετωπίζει πολλά εσωτερικά και εξωτε­ρικά προβλήματα. Άγεται όμως από τη φιλοδοξία της εξελίξεως σε μεγάλη δύναμη, με αναφορά το Οθωμανικό παρελθόν. Η Ελλάδα πρέπει κατεπειγόντως να ενισχύσει την άμυνά της, γιατί μόνο αυτό εί­ναι, υπό τις περιστάσεις, εγγύηση ειρήνης και σταθερότητας.

(ΠΑΡΟΝ-12/02/2017)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ 23 ΙΑΝ. 2010



ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ TWITTER

 
Copyright © 2016. ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ - All Rights Reserved
Template Created by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ Published by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ