Πρόσφατα Άρθρα Διαβάστε τις τελευταίες αναρτήσεις μας

Οι συνέπειες της αναγνώρισης των Σκοπίων με το συνθετικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»


ΑΝ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΘΕΩΡΟΥΝ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΛΕΓΞΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΑΓΚΥΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΒΑΝΩΝ ΚΑΙ ΣΚΟΠΙΑΝΩΝ;

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Η αναγνώριση από την πλευρά της Ελλάδας των Σκοπιών με ονομασία που θα περιέχει στο συνθετικό «Μακεδονία» ενδέχεται να αποδειχθεί μια από τις πιο λανθασμένες ενέργειες των Ελληνικών πολιτικών ηγεσιών από καταβολής του Ελλαδικού κράτους. Συγκεκριμένα, θα προκύψει μια σειρά από δυνάμει αρνητικές συνέ­πειες.

Πάνω απ' όλα, ενδέχεται να προ­κύψει ένας επικίνδυνος ακρωτηρι­ασμός της εθνικής ταυτότητας της Ελλάδας. Δεδομένου ότι τα Σκόπια επιδιώκουν να επιβάλλουν μια ανά­γνωση της Ιστορίας που θέτει την αρχαία Μακεδονία εκτός του πλαι­σίου της αρχαίας Ελληνικής ταυτό­τητας και πολύ περισσότερο της διαχρονικής Ελληνικής Ιστορίας η αποδοχή από πλευράς της Ελλάδας του όρου «Μακεδονία» στο όνο­μα των Σκοπίων συνεπάγεται αναγνώριση της μη Ελλη­νικότητας της αρχαίας Μακεδονίας. Για να το πούμε απλά, η επί­σημη Ελλάδα θα εμφανιστεί να αμ­φισβητεί ακόμη και την Ελληνικότητα του Αριστοτέλη.

Η υπονόμευση της εθνικής ταυτότητας αυτή την ιστορική περίοδο, όπου το διεθνές σύστημα μετατρέπεται σε πολυπολικό, άρα και εθνοκεντρικό, και οι περισσότερες χώρες του κόσμου επενδύουν σε στρατηγικές που εδράζονται σε ενισχυμένες εθνικές ταυτότητες θα περιορίσει τις ήδη εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες της Ελλάδας να διεκδικήσει το μέλλον της ως βιώσιμο γεωπολιτικό μέγεθος στις επόμενες δεκαετίες.

Επιπροσθέτως ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών, μετά τα αρχικά χαριεντίσματα που θα υπάρ­ξουν σε περίπτωση «συμβιβασμού» και αποδοχής από πλευράς της Ελ­λάδας σύνθετης ονομασίας, ενδέ­χεται να οξυνθεί και να περάσει σε πιο επικίνδυνα στάδια, με δεδομένο ότι για τα Σκόπια το όνομα «Μακε­δονία» αποτελεί μέρος ενός ευρύτε­ρου «πακέτου» αμφισβήτησης της Ελληνικής ιστορικής συνέχειας της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας και της Ελληνικής εδαφικής κυριαρχίας.

Άρα, ο ανταγωνισμός Ελλάδας - Σκοπιών, που σήμερα παραμένει «εγκιβωτισμένος» στο ζήτημα του ονόματος μετά την «επίλυση» του εν λόγω ζητήματος ενδέχεται να ξεφύγει και να καταστεί ανεξέλεγκτος. Αντιθέτως σήμερα, με «ανεπίλυτο» το πρόβλημα της ονομασίας, οι δύο χώρες συνυπάρχουν σχετικώς αρμο­νικά και έχουν πολλαπλά συνεργατικά στοιχεία στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ο ρόλος της Ελλάδας και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ

Η ένταξη των Σκοπιών στο ΝΑΤΟ, που θα προκύψει περίπου αναπόφευκτα μετά την «επίλυση» του ονό­ματος θα απομονώσει περαιτέρω τη Σερβία θα περιορίσει τη δυναμι­κή των σχέσεων Ελλάδας - Σερβίας και θα μειώσει τα απομεινάρια των ελληνορωσικών σχέσεων σχεδόν μέχρι εξαλείψεως. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η αντίληψη πως με την «επίλυση» του ζητήματος της ονο­μασίας και της εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ ενισχύονται δρα­στικά οι σχέσεις Ελλάδας - ΗΠΑ είναι απλώς λανθα­σμένη. 

Αντιθέτως αν η Ελλάδα έχει όντως επιλέξει να επενδύ­σει σε μια στιβαρή ελληνοαμερικανική γεωπολιτική σύζευξη, το απόλυτο και ολοκλη­ρωτικό της συμφέρον είναι να αποτελεί η ίδια τον «άνθρωπο των Αμερικανών» στη Βαλκανική. Και αυτό σημαίνει ότι τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη θα πρέ­πει, όσο το δυνατόν περισσότερο, να βρίσκονται εκτός της αμερικανι­κής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής ή ακόμη να είναι και εχθρικά έναντι των ΗΠΑ, έτσι ώστε να ενισχύεται ο ρόλος της Ελλάδας. 

Παρεμπιπτό­ντως αυτό συνέβαινε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όταν η Ελ­λάδα εξασφάλιζε τη γεωπολιτική της σπουδαιότητα στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Δύσης ακριβώς γιατί αποτελούσε ένα είδος «νησιού» στα κομμουνιστικά Βαλκάνια. Αν και άλλες χώρες των Βαλκανίων ήταν σύμμαχοι των ΗΠΑ, τότε ο ρόλος της Ελλάδας θα περιοριζόταν. Τόσο απλά. Φυσικά, για τις ΗΠΑ θα ήταν πολύ προτιμότερο να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερους συμμάχους στην περιοχή και όχι μόνο την Ελλάδα. 

Όμως αυτό δεν ισχύει για την Ελλάδα, στο πλαίσιο, επαναλαμβάνουμε, μιας άκρως φιλοαμερικανικής πολιτικής. Άρα, θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρος διαχωρισμός μεταξύ μιας φιλοαμερικανικής πολιτικής με εθνικά όμως κριτήρια, και μιας πολιτικής που λειτουργεί ως προέκταση της πολιτικής των ΗΠΑ.

Για την πρώτη μπορεί μεν να ασκηθεί εντονότατη κριτική, αλλά εν πάση περιπτώσει εδράζεται σε μια στοιχειωδώς ρεαλιστική και ορθολογική βάση. Η δεύτερη είναι απλώς μια πολιτική που στρέφεται ενάντια στα εθνικά συμφέροντα και την ίδια την εθνική υπόσταση. Και κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συμβαίνει σήμερα. Με άλλα λόγια, η υποβοήθηση της ενσωμάτωσης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ στρέφεται ενάντια στον ρόλο της Ελλάδας στο πλαίσιο μιας αυστηρά και απόλυτα φιλοαμερικανικής πολιτικής.

Ένα πιο Εύθραυστο ΝΑΤΟ

Παρεμπιπτόντως η αμερικανική στρατηγική να εντάξει τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να κλείσει το κενό ασφαλείας που θεωρεί ότι υπάρχει στην περιοχή και να περιορίσει τη ρωσική επιρροή, δεν διεκδικεί και κανένα βραβείο υψηλής στρατηγικής. Στην πραγματικότητα, είναι μάλλον απλοϊκή και έχει λογική μόνο ως σχήμα πάνω σε κάποιον χάρτη. Στην πραγματικότητα, αυτό που θα προκύψει θα είναι ένα ακόμη πιο εύθραυστο ΝΑΤΟ, με πολλά αντι­φατικά έως εχθρικά στοιχεία στις σχέσεις μεταξύ των μελών του. Και αν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θεωρούν ότι μπορούν να ελέγξουν τον ελληνο­τουρκικό ανταγωνισμό, είναι άραγε σίγουροι ότι μπορούν να κάνουν το ίδιο μεταξύ Αλβανών και Σκοπιανών σε βάθος χρόνου; Και αν προκύψει μια βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ αυτών των δύο, πόσο αξιόπιστες θα είναι, για παράδειγμα, η συνοχή και η συνεπακόλουθη αποτρεπτική λειτουργία της Συμμαχίας έναντι τυχόν ρωσικών κεραυνοβόλων επιχειρήσεων στην περιοχή της Βαλτικής;

Ιδιαίτερα δε αν οι επιχειρήσεις αυτές κινούνται «κάτω από το κατώφλι της πολεμικής αναμέτρησης», όπως αναφέρει το κείμενο για την Εθνική Ασφάλεια των ΗΠΑ, που έδωσε στη δημοσιότητα η αμερικανική κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2017.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, η «επίλυση» του ονόματος των Σκοπίων με την αποδοχή από πλευράς της Ελλάδας του όρου «Μακεδονία» δεν είναι σίγουρο ότι θα επιλύσει το πρόβλημα στις σχέσεις των δύο χωρών. Αντιθέτως μπορεί να το επιδεινώσει. Θα ακρωτηριάσει την αίσθηση εθνικής συνοχής της χώρας μας υπονομεύοντας τη δυνατότητα διαμόρφωσης εθνοκεντρικών στρατηγικών που ταιριάζουν στο νέο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Θα περιορίσει και δεν θα ενισχύσει τον ρόλο της Ελλάδας στο πλαίσιο της αμερικανικής γεωστρατηγικής, θα αποδυναμώσει τις ήδη άκρως αποδυναμωμένες σχέσεις Ελλάδας - Ρωσίας ενώ μάλλον θα δυσκολεύσει τις σχέσεις Ελλάδας - Σερβίας. Επιπροσθέτως εν­δέχεται να οδηγήσει σε ένα εύθραυ­στο και αναξιόπιστο ΝΑΤΟ. Άρα, λοιπόν, τα μέλη του Ελληνικού πολιτικού συστήματος και των ελίτ της χώρας που θα συνδέσουν το όνομά τους με αυτή την εξέλιξη, θα πρέπει να αναρωτηθούν πολύ σοβαρά για τη σοφία των επιλογών τους. 

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και διδάσκει Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-02/02-15/02/18 - [Μετατροπή σε κείμενο: staratalogia.blogspot.gr])

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.

Διάλεξη στο Ι.Σ.Μ.Ε. την 12η Οκτ. 17 με θέμα «Το νέο Πολυπολικό Διεθνές Σύστημα και ο Ρόλος της Ελλάδος»


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Παρακαλούνται τα Μέλη και οι Φίλοι του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών της Ελλάδος να τιμήσουν με την παρουσία τους την Διάλεξη του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα Αναπληρωτού Καθηγητού Γεωπολιτικής στη ΣΣΕ με θέμα «Το νέο Πολυπολικό Διεθνές Σύστημα και ο Ρόλος της Ελλάδος» την 12η Οκτωβρίου 2017, ημέρα Πέμπτη και ώρα 7 μ.μ. στο Σπυροπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού (Λεωφόρος Κηφισίας και Αγίας Σοφίας 1, Ν. Ψυχικό 154 51, Στάση Σκαλάκια επί της Λεωφόρου).

H σφεντόνα του Δαβίδ: Η αποτροπή για την Κύπρο… εφικτή!


Πως θα μπορούσε η Κύπρος να αντιμετωπίσει στρατιωτικά την Τουρκία επενδύοντας στη λογική του «βληματο-κεντρικού» πολέμου.
ΕΙΝΑΙ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΟΤΙ Η ΓΕΙΤΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ... ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΧΑΨΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΟΝΗΣΟ ΟΠΟΤΕ ΤΟ ΘΕΛΗΣΕΙ, ΑΡΑ ΜΙΑ ΚΑΚΗΝ ΚΑΚΩΣ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΤΙΜΟΤΕΡΗ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ.
ΑΝ ΤΑ ΒΛΗΜΑΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕΤΑΚΙΝΗΘΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ, ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΔΡΑΣΤΙΚΑ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ, ΟΠΩΣ Η ΚΥΠΡΟΣ.

του ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Ενώ η Τουρκία οδηγείται ολοένα και περισσότερο προς έναν μοναχικό γεωπολιτικό δρόμο που απειλεί να τη μετατρέψει σε βάθος χρόνου σε ένα είδος Βόρειας Κορέας της Μεσογείου, συνεχίζεται ακάθεκτη η διαδικασία «επίλυσης» του Κυπριακού, η οποία, αν ολοκληρωθεί, θα απειλήσει να εντάξει -τυπικά ή άτυπα- την Κυπρι­ακή Δημοκρατία στη σφαίρα επιρ­ροής της Άγκυρας. Κατά συνέπεια, μια τέτοια εξέλιξη θα υπονομεύσει τη γενικότερη θέση και λειτουργία της Κύπρου μέσα στον δυτικό κόσμο, δεδομένου ότι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν οι Δυτικοί σήμερα θα ήταν μια ακόμη πιο ισχυρή Τουρκία, που θα προέκυπτε μετά την «επίλυση» του Κυπριακού.

Κατά την άποψη του γράφοντος, ένας λόγος που ωθεί το «φιλοευρωπαϊκό» κομμάτι της κυπριακής ηγεσίας σε αυτή τη σχιζοειδή πολιτική είναι μια ακραία απαισιόδοξη άποψη αναφο­ρικά με τις στρατιωτικές δυνατότητες τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της Ελλάδας να αντιμετωπίσουν τυχόν τουρκική στρατιωτική επίθεση εναντίον του ελεύθερου κομματιού της Μεγαλονήσου. Πολύ απλά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται στην άποψη ότι η γείτων μπορεί να κάνει μια χαψιά την Κύπρο όποτε το θελήσει, άρα μια όπως όπως «επίλυ­ση» του Κυπριακού είναι προτιμότε­ρη από μια μετωπική αντιπαράθεση που θα απειλούσε να οδηγήσει σε τουρκική εισβολή και σε συντριπτική ήττα πιθανώς και σε πλήρη εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η αντίληψη αυτή δρα αποδομητικά εδώ και καιρό, δημιουργώντας έναν ηττοπαθή βρόχο ανάδρασης.

Συγκεκριμένα η πίστη στη ματαιό­τητα της στρατιωτικής αντίστασης σε περίπτωση τουρκικής εισβολής οδηγεί σε απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων της Εθνικής Φρουράς που με τη σειρά της εδραιώνει πε­ραιτέρω την αντίληψη της «βέβαιης ήττας», που εν συνεχεία οδηγεί σε περαιτέρω απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων της και πάει λέγοντας.

Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια μοιρολατρική αντίληψη ότι η Κύπρος είναι έρμαιο των τουρκικών διαθέσεων και κατά συνέπεια η «ρεαλιστική» επιλογή είναι η «επίλυση» του Κυπριακού έστω και υπό τους όρους της Άγκυρας τουτέστιν η εθελούσια εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου γεωπολιτικού δρώντος.

Ανύπαρκτη έννοια η απόλυτη στρατιωτική ισχύς

Τα τελευταία χρόνια, η φαταλιστική αυτή αντίληψη έχει ενισχυθεί υπέρμετρα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα -και συνεπακόλουθα οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις-, με αποτέλεσμα το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και γενικότερα η ικανότητα της χώρας μας να υποστηρίξει στρατιωτικά τη Μεγαλόνησο να προβάλλονται από κάποιους ως εξαιρετικά μειωμέ­να. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή είναι απλώς λανθασμένη. Όπως ο γράφων έχει τονίσει και σε προηγούμενα άρ­θρα του στα «Επίκαιρα», δεν υπάρχει απόλυτη στρατιωτική ισχύς, παρά μόνο σχετική, η οποία λαμβάνει υπό­σταση ανάλογα με τα γεωγραφικά, τα πολιτικά και τα άλλα δεδομένα της εκάστοτε αντιπαράθεσης. Κατά συνέπεια, οι τεράστιες διαφορές στα μεγέθη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας θα έπαιζαν τον κυ­ρίαρχο ρόλο μόνο στο πλαίσιο ενός παρατεταμένου ολοκληρωτικού πο­λέμου, ο οποίος εύκολα γίνεται σε κάποιο πολεμικό παίγνιο, δύσκολα όμως μπορεί να προκύψει στην πολύπλοκη σημερινή διεθνή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Βέβαια, εδώ προκύπτουν μια σειρά από οργισμένες αντιρρήσεις από πλευράς των οπαδών της «ρεαλιστικής ηττοπάθειας». Η πρώτη εξ αυτών είναι ότι δεν βρισκόμαστε στο 1974, η Τουρκία κατέχει ήδη σημαντικό μέρος της Κύπρου και διαθέτει εκεί μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Η δεύτερη είναι ότι η τουρκική Αεροπορία απολαμβάνει πλήρη κυριαρχία πάνω από τη Μεγαλόνησο και σχεδόν από μόνη της μπορεί να συντρίψει την κυπριακή άμυνα. Παρεμπιπτόντως η άποψη αυτή ενισχύεται από μια γενικότερη αντίληψη περί πρωτοκαθεδρίας της αεροπορικής ισχύος και της δυνατότητάς της να ολοκληρώσει επιτυχώς μια πολεμική αναμέτρηση από μόνη της. Τέλος προβάλλεται η άποψη ότι κι αν ακόμη ήταν δυνατή η επιτυχής άμυνα της Εθνικής Φρουράς αυτό θα απαιτούσε την αγορά ακριβών οπλικών συστημάτων, η απόκτηση και συντήρηση των οποίων είναι εκτός των οικονομικών ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η λύση για μικρότερες εκτάσεις Ωστόσο, μια αρχική ανάγνωση διεθνών εξελίξεων στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου μάς υποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρός αντίλογος και για τις τρεις αυτές απόψεις. Ας αρχίσουμε από το θέμα των χρημάτων για τους εξοπλισμούς. Εδώ θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στις αγορές οπλικών συστημάτων είναι συνήθως αυτό της απόκτησης πλατφορμών μάχης, δηλαδή μαχητικών αεροσκαφών, ελικοπτέρων, αρμάτων μάχης κ.λπ.

Τείνουμε όμως να ξεχνάμε ότι κατ' ουσίαν η δουλειά κάθε πλατφόρμας είναι να μεταφέρει βλήματα, τα οποία καταστρέφουν στόχους. Όλες αυτές οι πλατφόρμες δηλαδή, αποτελούν μέσα μεταφοράς βλημάτων. Αν, λοιπόν, τα βλήματα μπορούν να μετακινηθούν από το σημείο Α στο σημείο Β χωρίς να χρειάζεται η πλατφόρμα μεταφοράς τότε το κόστος περιορίζεται δραστικότατα. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε γεωγραφικά περιορισμένους χώρους όπως είναι η Κύπρος σε συνδυασμό με την ανάπτυξη συστημάτων πυροβολικού αυξημένου βεληνεκούς που είναι μια από τις κυρίαρχες τάσεις στην τεχνολογία του πολέμου, ή με την ανάπτυξη υβριδικών συστημάτων πυροβολικού - αεροπορικών όπλων.

Για παράδειγμα, ένα από τα πιο εξελιγμένα αεροπορικά όπλα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η «Βόμβα Μικρής Διαμέτρου» (Small Diameter Bomb / SDB). Το «έξυπνο» αυτό όπλο μπορεί να μεταφερθεί στον στόχο του στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού ενός πανάκριβου μαχητικού αεροσκάφους stealth F-35 ή πάνω σε μια ρουκέτα του πολλαπλού εκτοξευτή ρουκετών MLRS. Παρόμοιο είναι και το σερβικό σύστημα Kosava, το οποίο μεταφέρει αεροπορική βόμβα με σύστημα ανεμοπορίας πάνω στην κεφαλή ρουκέτας. Άρα, αν ο χώρος της μάχης είναι αρκετά μικρός ώστε η βόμβα να μπορεί να φτάνει τους στόχους της μεταφερόμενη πάνω σε ρουκέτα, δεν χρειάζεσαι το πανάκριβο αεροπλάνο μεταφοράς. Επιπροσθέτως, οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών τείνουν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βεληνεκές διεθνώς.

Το κινεζικό σύστημα WS-2D, για πα­ράδειγμα, φτάνει σε βεληνεκές τα 400 χλμ., ενώ 300 χλμ. είναι το βεληνεκές του πολωνικού WR-300 Homar και του βραζιλιάνικου ASTROS 2020 και 200 χλμ. του λευκορωσικού Polonez. Το άκρως φονικό ρωσικό Smerch φτάνει σε βεληνεκές τα 90 χλμ., ενώ μεγάλη ποικιλία σχετικών σύστημά των διαθέτουν και οι Ισραηλινοί. Μάλιστα, οι τελευταίοι με το σύστημα Trajectory Correction System (TCS) επιτρέπουν την ενοποίηση πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών σ' ένα δικτυοκεντρικό σύστημα, όπου ένας κινούμενος στόχος όπως π.χ., μια επιλαρχία αρμάτων, βρίσκεται διαρ­κώς υπό επιτήρηση από κάποιους αισθητήρες και οι ρουκέτες ανανεώνουν τα δεδομένα στοχοποίησης ενώ βρίσκονται εν πτήσει, μέσω ζεύξης δεδομένων, τροποποιώντας ανάλογα την τροχιά τους ώστε να την προσβάλλουν. Μπορούν, δηλαδή, να λειτουργούν ως υποκατάστατα αεροπορίας σε αποστολές κρούσης εναντίον κινούμενων μηχανοκίνητων σχηματισμών.

Επίσης υπάρχει μια τάση για ολοένα μεγαλύτερη αύξηση στη φονικότητα των πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών, διά της ενίσχυσης τόσο της καταστρεπτικότητας των κεφαλών των ρουκετών όσο και του όγκου πυρός που μπορεί να εκπέμψουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του συστήματος Jobaria MCL των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μιας χώρας, παρεμπιπτόντως που φημίζεται για τον πετρελαϊκό της πλούτο, αλλά επ' ουδενί για την πολεμική της βιομηχανία. Η αραβική εταιρεία πήρε, λοιπόν, έναν αρματοφορέα, πάνω στον οποίο τοποθέτησε εκτοξευτές με κοντέινερ ρουκετών στο «κλασικό» σοβιετικό διαμέτρημα των 122 χιλιοστών, με τη λογική ότι είναι ένα φθηνό όπλο και υπάρχουν πολλοί κατασκευαστές στον πλανήτη που το παράγουν. Κάθε ρουκετοβόλο μεταφέρει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 240 ρουκέτες με βεληνεκές 40 χλμ. και έχει πλήρωμα μόλις τριών ατόμων. Δέκα τέτοιοι εκτοξευτές μπορούν να εξαπολύσουν μέσα σε μερικά λεπτά μια ομοβροντία 2.400 ρουκετών. Εφοδιασμένες με θερμοβαρικές κεφαλές, οι ρουκέτες αυτές μπορούν να επιτύχουν καταστρεπτι­κό αποτέλεσμα ανάλογο με αυτό μιας ατομικής βόμβας. Σε περιορισμένους χώρους όπως είναι η Μεγαλόνησος, παρόμοιες ομοβροντίες είναι σε θέση να κρίνουν τα αποτελέσματα μιας σύγκρουσης («game changers»).

Τα αποτελέσματα παρόμοιων συστημάτων προσβολής στόχων -περιοχής μπορούν να συμπληρωθούν με τα επιλεκτικά πυρά συστημάτων προσβολής σημειακής ακρίβειας. Η πιο υποσχόμενη κατηγορία σ' αυτό τον τομέα είναι οι εξελιγμένοι διάδοχοι βαρέων όπλων πεζικού, που μπορούν να προσβάλλουν στόχους σε αποστάσεις δεκάδων χιλιομέτρων. Σε αυτή την κατηγορία χαρακτηρι­στικός είναι ο ισραηλινός πύραυλος Spike NLOS (non line of sight), που παλαιότερα αναφερόταν ως Tamuz, ο οποίος αποτελεί έκδοχο του αντιαρματικού πυραύλου Spike, εκτοξεύεται από ένα μικρό όχημα σαν το Humvee και μπορεί να προσβάλλει στόχους σε αποστάσεις 25 χλμ. Διαθέτει σύστημα ραδιοζεύξης μέσω του οποίου ο αισθητήρας του πυραύλου μεταδίδει την εικόνα που βλέπει στον χειριστή του συστήματος ο οποίος τον καθοδηγεί ανάλογα. Έτσι, μπορεί να εξαπολυθεί προς τη γενική κατεύθυνση κάποιου στόχου -ας πούμε, μιας ομάδας αρμάτων μάχης- και εν συνεχεία ο χειριστής του να επιλέξει ποιο από αυτά θα προσβάλει μόλις εμφανιστούν στην οθόνη του.

Ισραηλινό είναι όμως και το πυραυλικό σύστημα Nimrod 3 με βεληνεκές 50 χλμ. Κι αυτός είναι ένας μικρός πύραυλος που μπορεί να εκτοξευτεί από ένα μικρό φορτηγό ή ένα ταχύπλοο σκάφος αλλά, σε αντίθεση με τον Spike NLOS, χρησιμοποιεί σύστημα ημιενεργού καθοδήγησης με κατάδειξη λέιζερ (SAL) για την προσβολή του στόχου. Δηλαδή θα πρέπει κάποιος (για παράδειγμα, ένας στρατιώτης των Ειδικών Δυνάμεων) να «φωτίζει» τον στόχο ώστε το βλήμα να τον προσβάλει. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και ο μικρός σέρβικός πύραυλος ALAS-C, που καθοδηγείται με οπτική ίνα και έχει βεληνεκές περί­που 25 χλμ.

Τροποποιημένες φθηνές ρουκέτες

Μια άλλη, ιδιαίτερα υποσχόμε­νη κατηγορία μικρών, φθηνών και αποτελεσματικών βλημάτων είναι οι τροποποιημένες «χαζές» ρουκέτες Hydra 70 των 2,75 ιντσών (70 χιλιο­στά). Υπάρχουν πολλά σχετικά προ­γράμματα διεθνώς, ωστόσο αυτό που θα βόλευε περισσότερο την Εθνική Φρουρά, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ήταν ένα αντίστοιχο του συστήματος LOGIR (LOw cost Guided Imaging Rocket) της κορεα­τικής Hanwha και της αμερικανικής Raytheon. Το σύστημα αυτό δεν χρη­σιμοποιεί ημιενεργό καθοδήγηση λέιζερ, αλλά κεφαλή υπερύθρων που καθιστά τη ρουκέτα όπλο «fire and forget». Δηλαδή ο αισθητήρας της ρουκέτας μπορεί να εντοπίσει τον στόχο της χωρίς την παρέμβαση του χειριστή. Επίσης, οι ρουκέτες μπορούν να εξαπολυθούν σε ομοβρο­ντίες εναντίον ομάδων οχημάτων. Το μόνο που έχει να κάνει το πλήρωμα του εκτοξευτή είναι να εξαπολύσει τα βλήματα προς τη γενική περιοχή των στόχων (π.χ., ομάδα οχημάτων), έστω κι αν αυτά βρίσκονται εκτός της θέας πίσω από κάποιο λόφο. Δεδομένου του μικρού μεγέθους των ρουκετών, ένας πολλαπλός εκτοξευτής μπορεί να τοποθετηθεί σ' ένα μικρό αγροτι­κό φορτηγάκι. Επιπροσθέτως, εκτός από επίγειους στόχους μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εν είδει αντι­αεροπορικού συστήματος εναντίον μιας ομάδας, για παράδειγμα, επερχόμενων ελικοπτέρων, μαχητικών ή μεταφορικών.

Όλα τα προαναφερθέντα οπλικά συστήματα είναι χαμηλού έως πολύ χαμηλού κόστους και χαμηλής τεχνο­λογίας, με εξαίρεση την SDB, η οποία έτσι κι αλλιώς λόγω της αμερικανικής προέλευσής της πολύ δύσκολα θα έβρισκε τον δρόμο της για το οπλο­στάσιο της Εθνικής Φρουράς. Σε πε­ριορισμένης έκτασης χώρους επιχει­ρήσεων, όπως είναι η Κύπρος παρό­μοια όπλα θεωρούνται στρατηγικά ή έστω υποστρατηγικά, υπό την έννοια ότι μπορεί να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη μιας σύγκρουσης. Επιπροσθέτως σ' έναν μικρό χώρο, όπου θα κυριαρχούν παρόμοια συστήματα ικανά να ασκήσουν σαρωτικό πλήγμα εναντίον μεγάλων μηχανοκίνητων σχηματισμών σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων από πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε μειονέκτημα, προσφέροντας απλώς μεγαλύτερους στόχους στα μέσα προσβολής του αντιπάλου. Ιδιαίτερα δε αν η δομή και η φιλοσοφία της διοίκησης των «πλατφορμοκεντρικών» μονάδων είναι συγκεντρωτική, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει με τις τουρκικές δυνάμεις. Κι εδώ προκύπτει και μια απάντηση στο πρόβλημα της τουρκικής αεροπορικής κυριαρχίας που είναι η αποκεντρωτική φιλοσο­φία επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τεχνικές και τακτικές απόκρυψης, παραλλαγής και παραπλάνησης. Η γερμανική σχολή αποκεντρωτικής διοίκησης που βασίζεται στην αντί­ληψη της Auftragstaktik (στα αγγλικά αποδίδεται ως Mission Command και στα ελληνικά ως διοίκηση διά της αποστολής), καθώς και οι μεθοδολο­γίες υβριδικού πολέμου μπορούν να προσφέρουν σημαντικές λύσεις όσον αφορά στην αντιμετώπιση της τουρ­κικής αεροπορικής ισχύος ενώ και η δραστική ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνας της Εθνικής Φρουράς δεν είναι εκτός πραγματικότητας.

Όχι αδύνατη, αλλά αποφευκτέα

Όπως και να 'χει, όλα τα παραπάνω είναι ενδεικτικά και δεν αποσκοπούν να αποδείξουν ότι η αντιμετώπιση της τουρκικής πολεμικής μηχανής από την Εθνική Φρουρά είναι εύκολη υπόθεση. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι μια αδύνατη υπόθεση. Άλλωστε, η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου ο ισχυρός στα χαρτιά ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης ακόμη κι αν η διαφορά ισχύος φάνταζε συντριπτική υπέρ του. Βέβαια, κάθε πολεμική αντιπαράθεση στην Κύπρο θα ήταν μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση που θα πρέπει να αποφευχθεί παντί τρόπω. Όμως η «ρεαλιστική ηττοπάθεια», δηλαδή η άκριτη και άλογη πίστη στην τουρκική στρατιωτική παντοδυναμία, δεν είναι η κατάλληλη μέθοδος για την αποφυγή του πολέμου.

Αντιθέτως μια αποτρεπτική λογική, που θα βασίζεται στην πιθανότητα της νίκης της Εθνικής Φρουράς σε τυχόν πολεμική αντιπαράθεση, είναι μια πολύ πιο σίγουρη μέθοδος για τη διατήρηση της ειρήνης. Επίσης ακόμη και οι πιο φανατικοί οπαδοί της «συμβιβαστικής» επίλυσης του Κυπριακού λογικά θα πρέπει να καλοδέχονταν μια ασάφεια αναφορικά με τα πιθανά αποτελέσμα­τα μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης Κύπρου - Τουρκίας η οποία πιθανώς θα μείωνε την αυταρέσκεια και την αλαζο­νεία της τουρκικής πλευράς και θα την οδηγούσε σε πιο μετριοπαθείς θέσεις. Εκτός κι αν αυτό δεν είναι και τόσο επιθυμητό από κάποιους και η πραγματι­κή στόχευση των πιο ακραίων οπαδών της «πάση θυσία λύσης» δεν είναι μια ενιαία και ανεξάρτητη Κύπρος αλλά η μετατροπή της σε γεωπολιτικό εξάρτη­μα της Τουρκίας. 

______________________________________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-07/07-20/07/17, Τίτλος και φωτό από Defence-Point)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΑΝΩΤΑΤΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ: Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ


Οι επικίνδυνες συνέπειές της στην προσπάθεια αντιμετώπισης της αναθεωρητικής Τουρκίας.
Απαιτείται άμεσα και επιτακτικά η επένδυση στην εγχώρια στρατιωτική επιστήμη.
Η ανατροπή των ισορροπιών ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα συνδυάζεται με την εμφάνιση μιας Τουρκίας που θεωρεί φυσικό της δικαίωμα την κυριαρχία στο Αιγαίο και τη μετατροπή της Κύπρου σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας υπό τα κελεύσματά της.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ* 

Αποτελεί περίπου αξίωμα της στρατηγικής ανάλυσης ότι δεν υφίσταται απόλυτη στρατιωτική ισχύς. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένα σχετικό μέγεθος σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το γεωγραφικό περιβάλλον, το είδος της πολεμικής αντιπαράθεσης, τη μεθοδολογία διοίκησης­ των εμπλεκομένων, τις πολιτισμικές και κοινωνικές τους ιδιαιτερότητες κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, η διαμόρφωση ενός πλέγματος στρατιωτικών ικανοτήτων, που θα καλύπτει τις αμυντικές και αποτρεπτικές ανάγκες μιας χώρας, δεν μπορεί να γίνεται με κάποιον «τυφλοσούρτη»· θα πρέπει να οικοδομείται κατόπιν της μελέτης των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων που ισχύουν στο γεωσύστημα εντός του οποίου η συγκεκριμένη χώρα λειτουργεί.

Αν η παραπάνω είναι μια γενική απαίτηση, ισχύει πολύ περισσότερο για την περίπτωση της σημερινής Ελλάδας για μια σειρά από λόγους. Ο πρώτος εξ αυτών είναι η οικονομική κρίση, η οποία έχει μετατρέψει σε μακρινό όνειρο την εποχή που δαπανούσαμε αφειδώς τεράστια χρηματικά ποσά για μεγάλες αγορές οπλικών συστημάτων, ακόμη κι αν, με κάποιον μαγικό τρόπο, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας εν συνόλω βελτιωθεί εντυπωσιακά μέσα στα επόμενα χρόνια. Και για να γίνουν ακόμη χειρότερα τα πράγματα, τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα, όπως είναι, για παράδειγμα, τα μαχητικά αεροσκάφη, τείνουν να γίνονται ολο­ένα και πιο ακριβά, ως εκ τούτου κα­θίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να αποκτηθούν, να συντηρηθούν αλλά και να αναπληρωθούν, επιβεβαιώνοντας την τάση που είχε διαβλέψει ο Πολ Κένεντι στο ιστορικό του βιβλίο Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων τη δεκαετία του '80.

Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα έχει στα σκαριά ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, το πιο επικίνδυνο κομμάτι του οποίου είναι η ανάπτυξη εγχώριων προηγμένων οπλικών συστημάτων, που απειλούν να διαμορφώσουν μια νέα στρατηγική πραγματικότητα σε βάθος χρόνου στο ελληνοτουρκικό σύστημα. Η κατάσταση γίνεται δε ακόμη πιο ζοφερή από το ότι η Τουρκία φαίνεται να παρακολουθεί στενά (σε αντίθεση με την Ελλάδα) τις δραματικές αλλαγές που φέρνουν στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου μεταλλάξεις των διεθνών γεωστρατηγικών μεγεθών, όπως είναι η λεγόμενη «Πυραυλική Επανάσταση», στην οποία ο γράφων έχει αναφερθεί επανειλημμένως σε προηγούμενα άρθρα του στα «Επίκαιρα». Για παράδειγμα, έχουμε αναλύσει την πιθανότητα ανάπτυξης κατευθυνόμενων βαλλιστικών πυραύλων που θα μπορούν να προσβάλλουν κινούμενα πλοία επιφανείας (ASBM), στα πρότυπα των κινεζικών, όπως και τις τρομακτικές αλλαγές που θα επέφερε στις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο μια παρόμοια εξέλιξη.

Ελληνική ανάγκη για «θεωρία νίκης» 

Εν παραλλήλω, η ανατροπή των ισορροπιών ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα, που ενδέχεται να διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια, συνδυάζεται με την εμφάνιση μιας νέας Τουρκίας, η οποία δείχνει να θεωρεί φυσικό της δικαίωμα τη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο και τη μετατροπή της Κύπρου σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας που θα υπακούει στα τουρκικά κελεύσματα.

Κι αυτό όχι επειδή το θέλει ο «μεγαλομανής» Ερντογάν, αλλά διότι έτσι προκύπτει από τη μετάλλαξη του ίδιου του διεθνούς συστήματος σε πολυπολικό, καθώς και από τη διακηρυγμένη φιλοδοξία της Τουρκίας να μετατραπεί σε έναν από τους κυρίαρχους πόλους ισχύος αυτού του συστήματος, κάτι που εν μέρει αποτελεί και αναγκαστική επιλογή έτσι ώστε να δραπετεύσει διά «επίθεσης στον ουρανό» από τα δραματικά εσωτερικά της προβλήματα.

Ήδη, πάντως, η στάση της Άγκυρας έχει διαμορφώσει μια κατάσταση που μπορεί να χαρακτηριστεί «πόλεμος εν αναμονή» με την Ελλάδα και η κατάσταση αυτή μάλλον θα επιδεινωθεί στα χρόνια που έρχονται. Κατά συνέπεια, έχουμε ενώπιον μας ένα μείζον πρόβλημα Άμυνας και θα πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό. 

Φαινομενικά το πρόβλημα είναι άλυτο. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι. Το γεγονός της οικονομικής στενότητας αλλά και η δαιμονοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων στη συνείδηση της κοινής γνώμης οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση ότι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε όπως κατά τη δεκαετία του '90 μετά τα Ίμια, επιδιώκοντας μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα συμβατικού χαρακτήρα. Αντιθέτως θα πρέπει να προχωρήσουμε σε πιο οικονομικές και ίσως σε όχι και τόσο συμβατικές επιλογές, οι οποίες θα βασίζονται στις δραστικές αλλαγές που επισυμβαίνουν στη διεθνή γεωγραφία στρατιωτικής ισχύος, ώστε να επιτύχουμε ισορροπία αλλά -γιατί όχι- και πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας, οικοδομώντας μια στιβαρή αποτρεπτική πρόταση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού και διαμορφώνοντας μια «Θεωρία Νίκης» («Theory of Victory») στην περίπτωση που η αποτροπή αποτύχει και οι δύο χώρες περάσουν την «πύλη του φρενοκομείου», κατά την ιστορική φράση του Γεωργίου Παπανδρέου.

Φυσικά, θα πρέπει επίσης να «παντρέψουμε» τις διεθνείς εξελίξεις στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου με τις επιμέρους συνθήκες και ιδιαιτερότητες που κυριαρχούν στο ελληνοτουρκικό σύστημα αντιπαράθεσης, όπως είναι το μεικτό γεωγραφικό περιβάλλον, που συνδυάζει στεριά, θάλασσα και αέρα σε μια αδιαίρετη γεωστρατηγική ενότητα, ή η συμμετοχή και των δυο χωρών στο ΝΑΤΟ, γεγονός που μάλλον θα «καναλιζάρει» την όποια ένοπλη αντιπαράθεση σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικά αλλά υψηλής έντασης πολεμικό επεισόδιο. Ένα είδος μικρού πλην «πυκνού» πολέμου.

Κίνδυνος να γίνουν «μεταλυκειακά κέντρα»

Είναι επομένως προφανές ότι χρειάζεται μια ρεαλιστική και σε βάθος ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων στον χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας του πολέμου, όπως και η διασύνδεσή τους με τις ελληνικές και τις τουρκικές ιδιαιτερότητες. Απαιτείται κατά συνέπεια η επένδυση στο πρωταρχι­κό και θεμελιώδες οπλικό σύστημα, που χωρίς αυτό κάθε άλλη προσπάθεια οικοδομείται πάνω στην άμμο όσα χρήματα κι αν διαθέσεις, όσο κτήσεις. Αυτό το θεμελιώδες οπλικό είναι η εθνική στρατιωτική σκέψη. Η εγχώρια συλλογική κουλτούρα πολέμου και αποτροπής, η οποία πρέπει να προέρχεται από εμάς και να απευθύνεται σε εμάς και όχι να μας έρχεται «ετοιματζίδικη» από «γκουρού» του εξωτερικού, οι οποίοι προωθούν απόψεις και λύσεις για καταστάσεις και προβλήματα που, στην καλύτερη περίπτωση, θα έχουν μόνο μερική σχέση με τις ελληνικές ιδιαιτερότητες.

Όπως σημειώθηκε ήδη, δεν υπάρχει απόλυτη στρατιωτική ισχύς ούτε η τέλεια μεθοδολογία μάχης και αποτροπής. Όλα αυτά διαμορφώνονται με βάση κάποιες γενικές αρχές σε συνάρτηση όμως με τις ιδιαιτερότητες του κάθε γεωσυστήματος. Φυσικά, μπορείς και οφείλεις να μελετήσεις ξένα μοντέλα, τόσο σημερινά όσο και προγενέστερα, δεν υπάρχουν όμως μαγικές λύσεις ικανές να εφαρμοστούν ως έχουν στα ελληνικά δεδομένα. Με άλλα λόγια, απαιτείται άμεσα και επιτακτικά η επένδυση στην εγχώρια στρατιωτική επιστήμη. Την οποία στρατιωτική επιστήμη (ή, για να το πούμε καλύτερα, τη στρατιωτική, τη ναυτική και την αεροπορική επιστήμη) στην Ελλάδα υπηρετούν και αναπτύσσουν οι τρεις θεμελιώδεις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές (ΑΣΕΙ), δηλαδή η Σχολή Ευελπίδων, η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και η Σχολή Ικάρων.

Όπως έγινε όμως γνωστό, ιδιαίτερα μετά την παραίτηση σε ένδειξη διαμαρτυρίας του κοσμήτορα της Σχολής Ικάρων, καθηγητή Πέτρου Κωτσιόπουλου, η κυβέρνηση αποφάσισε να υποβαθμίσει τις ΑΣΕΙ στο επίπεδο των Εκκλησιαστικών Σχολών και των Σχολών Εμποροπλοιάρχων, συντρίβοντας την όποια δυνατότητα υπήρχε να δημιουργηθεί εγχώρια στρατιωτική σκέψη, δηλαδή το πρωταρχικό και θεμελιώδες οπλικό σύστημα πάνω στο οποίο θα χτιζόταν μια ρεαλιστική προσπάθεια αντιμετώπισης της εντεινόμενης τουρκικής απειλής. Τόσο απλά.

Βέβαια, υπάρχουν πολλές ακόμη συνέπειες, άμεσες και εν δυνάμει, για το στράτευμα, τα στελέχη του και τις ελληνικές αμυντικές και αποτρεπτικές ικανότητες που θα προκύψουν από αυτή την εξέλιξη, αλλά προσωρινά ας περιοριστούμε σε αυτό. Στο ότι, δηλαδή, τη στιγμή που η Τουρκία υπερεξοπλίζεται και αναπτύσσει δικά της οπλικά συστήματα, πιθανώς και καινοφανείς πολεμικές μεθοδολογίες, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι επιδιώκει ριζική αλλαγή του status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να υποβαθμίσει περαιτέρω τους ήδη υποβαθμισμένους θεσμούς που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια προσπάθεια ανατροπής αυτής της κατάστασης, χωρίς να χρειαστεί η Ελλάδα να εισέλθει σε μια ανεξέλεγκτη, «τυφλή» κούρσα εξοπλισμών. Μια μεγαλεπήβολη εξοπλιστική προσπάθεια, πέραν του ότι είναι μάλλον εκτός της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα προσέφερε επαρκείς και αποτελεσματικές λύσεις έναντι της τουρκικής ισχύος εξαιτίας τόσο των ποσοτικών δεδομένων όσο και ποιοτικών μεταλλάξεων της τουρκικής πολεμικής μηχανής.

Κοντολογίς, μετά την απρόσμενη και αδικαιολόγητη ακαδημαϊκή υποβάθμιση των Ανώτατων Στρατιωτικών Σχολών, η διαμόρφωση εγχώριας στρατιωτικής σκέψης υπονομεύεται, άρα και η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής καθίσταται πολύ πιο δύσκολη σε βάθος χρόνου. Μια σειρά από ανατριχιαστικές σκέψεις χτυπούν την πόρτα του μυαλού ακόμη και του πιο καλοπροαίρετου για τους βαθύτερους λόγους που προέκυψε αυτή η υποβάθμιση, αλλά είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πούμε το οτιδήποτε. Το γεγονός όμως παραμένει ότι με τον νέο νόμο οι ΑΣΕΙ απειλούνται να μετατραπούν σε ένα είδος μεταλυκειακών κέντρων, κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο και επικίνδυνο λάθος, με συνέπειες σε βάθος χρόνου που δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούν σήμερα.

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-09/06-22/06/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΑΙΓΑΙΟ: ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΣΤΙΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ ΙΣΧΥΟΣ


Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΑ ΚΑΘΙΣΤΑ ΠΑΡΑΚΙΝΔΥΝΕΥΜΕΝΗ ΚΑΘΕ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ, ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΑΝ ΗΤΑΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΙΓΟΥΡΟ ΟΤΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΘΑ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡ ΤΟ ΔΕΟΝ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΗΣ...
Η Τουρκία ενισχύει σταδιακά αλλά αποφασιστικά τις ικανότητες της να ασκεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σαρωτικά πλήγματα μεγάλου τακτικού και επιχειρησιακού βάθους.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

H πρόσφατη εκρηκτική αύξη­ση των παραβιάσεων από πλευράς της Τουρκικής Αεροπορίας και η επίσημη αμφισβήτηση της ελληνικότητας του Αγαθονησίου έδωσαν ένα σκληρό πλήγμα στις αφελείς αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι τουρκικές προκλήσεις αποτελούσαν στοιχείο της εκλογικής καμπάνιας του Ερντογάν και κατά συνέπεια θα εξαφανίζονταν ή, έστω, θα περιορίζονταν δραστικά μετά το δημοψήφισμα. Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε προηγούμενα άρθρα του, ο τουρκικός αναθεωρητισμός έχει έρθει για να μείνει και οφείλεται πρωτίστως στη μετάλλαξη της γεωπολιτικής ταυτότητας της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να εξελιχθεί σε ευρασιατική δύναμη μέσα σε ένα σχηματιζόμενο πολυπολικό σύστημα. Αν η άποψη αυτή φαντάζει υπερβολικά γενική και θεωρητική σε κάποιους, η μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου σε ενεργειακό ταμιευτήρα κρίσιμης σημασίας για τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος στα επόμενα χρόνια αποτελεί από μόνη της έναν σοβαρότατο λόγο για την Τουρκία έτσι ώστε να προ­σπαθήσει να αποκτήσει την κυριαρχία στο Αιγαίο. Περισσότερα μπορεί κάποιος να βρει στο εξαιρετικό άρθρο του πρέσβη ε.τ. Περικλή Νεάρχου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 373ο των «Επικαίρων».

Θα πρέπει να αποδεχτούμε, λοιπόν, το αδυσώπητο γεγονός ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα καθίσταται ολοένα και πιο επιθετικός, και αυτό σημαίνει ότι, αργά η γρήγορα, είναι πιθανό ότι θα λάβει και στρατιωτική διάσταση. Βέβαια, αυτή τη στιγμή οι ισορροπίες ισχύος, αλλά και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία, θα καθιστούσαν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη για την Άγκυρα οποιαδήποτε πολεμική περιπέτεια με την Ελλάδα, ακόμη κι αν επρόκειτο για κάποιο «ασήμαντο» θερμό επεισόδιο, εκτός, βέβαια, κι αν ήταν απολύτως σίγουρο ότι η ελληνική αντίδραση θα ήταν υπέρ το δέον μετριοπαθής...

Αυτή όμως δεν θα αποτελεί μια μόνιμη κατάσταση. Δυστυχώς, αν κάνουμε μια προβολή στο μέλλον με βάση αυτά που γνωρίζουμε σήμερα για τις εξοπλιστικές φιλοδοξίες της Άγκυρας θα δούμε ότι η ισορροπία ισχύος θα επιδεινωθεί επικίνδυνα για την Ελλάδα, ενώ και τα προβλήματα στη δομή του τουρκικού στρατεύματος, που προέκυψαν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, θα επιλυθούν, ίσως πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι πολύ αισιόδοξα θεωρούν κάποιοι στη χώρα μας.

Ωστόσο, κατά την άποψη του γράφοντος και σε αντίθεση με ό,τι γενικώς πιστεύεται, ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα όσον αφορά στις τουρκικές εξοπλιστικές προσπάθειες δεν προέρχεται ούτε από τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 που (μάλλον...) θα ενταχθούν στο τουρ­κικό οπλοστάσιο ούτε από όπλα- σύμβολα, πρωταρχικός στόχος των οποίων είναι να ενισχύσουν το κύρος της Τουρκίας και να εδραιώ­σουν την εικόνα της ως κυρίαρχης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως είναι το περιβόητο υβριδικό αεροπλανοφόρο - σκάφος αμφίβιων επιχειρήσεων που αναμένεται να αποκτήσει. Πολύ πιο σημαντικά είναι τα προϊόντα που αναπτύσσει η τουρκική πολεμική βιομηχανία, ιδιαίτερα δε τα πυραυλικά συστήματα. 

Μεγάλο βεληνεκές και υψηλή ακρίβεια

Αναλυτικότερα, η Τουρκία φαίνεται πως έχει εναρμονιστεί με τα επιτεύγματα της λεγόμενης «Πυραυλικής Επανάστασης» («Missile Revolution») και αναπτύσσει εγχωρίως μια σειρά από πυραυλικά συστήματα πολλαπλών επιπέδων και ρόλων, ξεκινώντας από τις μικρές ρουκέτες Cirit και καταλήγοντας σε βαλλιστικούς πυραύλους και αντιαεροπορικά βλήματα υψηλών επιδόσεων. Στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε να αναφέρουμε κάποια πυραυλικά συστήματα εδάφους -εδάφους που η Τουρκία παρουσίασε τον τελευταίο καιρό.

Έτσι, λοιπόν, όπως μας πληροφορεί στο τεύχος Απριλίου το έγκυρο αμυντικό περιοδικό Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία, στην έκθεση αμυντικού υλικού IDEX 2017, που διεξήχθη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα τον περασμένο Φεβρουάριο, η τουρκική εταιρεία Roketsan παρουσίασε, μεταξύ των άλλων, την καθοδηγούμενη ρουκέτα TRG-300 Kaplan διαμετρήματος 300 χιλιοστών, η οποία προορίζεται για τα ρουκετοβόλα Kasirga (που αποτελούν την τουρκική έκδοση του κινεζικού WS-1Α). Η συγκεκρι­μένη ρουκέτα επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές 120 χιλιομέτρων, με απόκλιση από τον στόχο μικρότε­ρη των 50 μέτρων. Στο ίδιο τεύχος του, το περιοδικό μάς πληροφο­ρεί ότι πάλι η Roketsan παραδίδει στον Τουρκικό Στρατό τον τακτικό βαλλιστικό πύραυλο Bora με βεληνεκές 280-300 χιλιομέτρων, ο οποίος καθοδηγείται προς τον στόχο του με αδρανειακό σύστημα πλοήγησης υποβοηθούμενο από δορυφορικό παγκόσμιο σύστημα προσδιορισμού θέσης (GPS / INS), με αποτέλεσμα να επιτυγχάνει με­γάλη ακρίβεια πλήγματος. Εξαγωγική έκδοση του Bora, πάλι σύμφωνα με την Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία, είναι ο πύραυλος Khan, βάρους 2500 κιλών και διαμέτρου 610 χιλιοστών, ο οποίος μεταφέρει πολεμική κεφαλή βάρους 470 κιλών. Συγκριτικά, ο πολύ γνωστός J-600T Yildirim, ο οποίος υπηρετεί εδώ και χρόνια στον Τουρκικό Στρατό, έχει βάρος 2.100 κιλών, διάμετρο 600 χιλιοστών και μεταφέρει πολεμική κεφαλή 480 κιλών.

Το δε βεληνεκές του είναι της τά­ξης των 150 χιλιομέτρων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Yildirim βασίζεται στον κινεζικό Β611. Είναι εμφανής, λοιπόν, η πρόοδος που έχουν επι­τύχει οι Τούρκοι όσον αφορά στο βεληνεκές των πυραυλικών τους συστημάτων και πιθανώς αυτή να είναι η κορυφή του παγόβουνου.

Παρόμοια πυραυλικά συστήμα­τα θέτουν νέες προκλήσεις στην αμυντική στρατηγική της Ελλά­δας. Το πιο απλό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η Τουρκία ενισχύει σταδιακά αλλά αποφασιστικά τις ικανότητές της να ασκεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σαρωτικά πλήγματα σε μεγάλο τακτικό και επιχειρησιακό βάθος στον ελληνικό χώρο εναντίον μεγάλης ποικιλίας στόχων και με τέτοιο τρόπο που να αφήνει ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης ή ακόμη και προειδοποίησης για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Παρόμοιες ικανότητες «πυκνού πολέμου» μπορεί να αποδειχτούν κρίσιμης σημασίας στο ιδιόρρυθμο ελληνοτουρκικό σύστημα, όπου η συμμετοχή και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ καθιστά δύσκολη τη διεξαγωγή μιας παρατεταμένης πολεμικής αντιπαράθεσης λόγω των εξωτερικών πιέ­σεων, ιδιαίτερα από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ βολεύει και τη στρατηγική της Άγκυρας, που θα θέλει «καθαρά» αποτελέσματα υπέρ της μέσα σε ένα ελεγχόμενο πολεμικό πλαίσιο, χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει σε ανεξέλεγκτη πολεμική αντιπαράθεση.

Τακτική εκβιασμών και αποπροσανατολισμού

Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ή, έστω, κάποιο θερμό ή «υπέρθερμο» επεισόδιο πολύ δύσκολα θα εξελισσόταν σε χρονικά παρατεταμένη πολεμική αντιπαράθεση λόγω του ασφυκτικού γεωστρατηγικού πλαισίου μέσα στο οποίο λειτουργούν οι δύο χώρες, αλλά και γιατί κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επιλογή της Άγκυρας, η οποία θέλει να επιτύχει γρήγορα οφέλη χωρίς μεγάλους κινδύνους και κόπους, καθιστά εκτός πραγματικότητας τις μηδενιστικά απαισιόδοξες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα δεν έχει απολύτως καμία πιθανότητα σε τυχόν σύγκρουση με την Τουρκία λόγω των μεγάλων τουρκικών μεγεθών. Οι απόψεις αυτές, κατά την άποψη του γράφοντος, ενδέχεται ναμην είναι εντελώς αθώες, αλλά να υποδαυλίζονται και απέξω, αποσκοπώντας να επιβάλουν ένα κλί­μα ηττοπάθειας και φαταλιστικής μοιρολατρίας στην ελληνική κοινή γνώμη, επιτρέποντας έτσι στη γείτονα να ασκήσει τους εκβιασμούς που θέλει ώστε να επιτύχει τη σταδιακή παγίωση της κυριαρχίας της στο Αιγαίο χωρίς να χρειαστεί να πέσει τουφεκιά. Ωστόσο, μπο­ρεί να έχουν και μια ακόμη λειτουργία. Συγκεκριμένα, πιθανώς να επιδιώκουν να στρέψουν την προσοχή μας μακριά από τις διαρκώς ενισχυόμενες ικανότητες των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων να ασκούν «πυκνή» και πολυεπίπεδη προβολή ισχύος σε πολύ περιορι­σμένο χρονικό πλαίσιο έτσι ώστε να επιτύχουν ένα «στιγμιαίο» πο­λεμικό επεισόδιο, που θα ολοκλη­ρωθεί πριν καν προλάβει η Ελλάδα να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη.

Επιπλέον, δεδομένης της στενής σχέσης της Τουρκίας με την Κίνα στον πυραυλικό τομέα, αν και μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί σχε­τικές πληροφορίες, δεν θα πρέπει να αποκλείουμε την πιθανότητα ότι η τουρκική βιομηχανία αναπτύσσει ή θα αναπτύξει στο μέλλον και εξειδικευμένες εκδόσεις βαλλιστικών πυραύλων και ρουκετών, όπως με κεφαλές αντι-ραντάρ ή αντιπλοϊκούς πυραύλους (ASBM), οι οποίοι θα είναι ικανοί να προσβάλλουν πολεμικά πλοία επιφάνειας εν κι­νήσει. Σε αυτή την περίπτωση ό,τι θεωρούσαμε ως δεδομένο για τις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο μπο­ρεί να αλλάξει άρδην.

Βέβαια, οι διαπιστώσεις αυτές επ' ουδενί θα πρέπει να μας οδηγή­σουν σε κάποια παθητική στάση ή ηττοπαθή μοιρολατρία. Το γεγονός ότι η Τουρκία καθίσταται ολοένα και πιο επικίνδυνη -και, μάλιστα, όχι τόσο με αγορές από το εξωτερι­κό όσο με την ανάπτυξη δικών της συστημάτων- θα πρέπει να οδηγή­σει και την Ελλάδα σε μια εκ βά­θρων αναθεώρηση της αμυντικής, αποτρεπτικής και εξοπλιστικής της πολιτικής. Μεταξύ των άλλων, οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι αν η «Πυραυλική Επανάσταση» προσφέρει κάποιες λύσεις στα τουρκικά στρατιωτικά προβλήμα­τα ενδέχεται να προσφέρει πολύ περισσότερες στην Ελλάδα, κι αυτό για μια σειρά από λόγους, ένας εκ των οποίων είναι η ιδιόρρυθμη γε­ωγραφία επιχειρήσεων της αιγιακής αρχιπελαγικής δομής. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία... 

_______________________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-12/05-25/05/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ;


Η μετατροπή των ΗΠΑ σε χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η γεωστρατηγική παράλυση της Ρωσίας και η ανάγκη της Ελλάδας να επενδύσει σε συμμαχίες στην περιφέρεια της.
Πυρήνας της στρατηγικής του Τραμπ ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, γι' αυτό και του έχει απαγορευτεί ουσιαστικά να ασκεί εξωτερική πολιτική.
Η ΑΓΚΥΡΑ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΙ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΝ «ΜΕΓΑΛΩΝ», ΕΝΤΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ.
ΤΥΧΟΝ «ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ» ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΜΟΣΧΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΙΤΡΑΜΠΙΚΟ ΛΟΜΠΙ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ, ΠΑΓΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΡΟΣΙΣΜΟ.
Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες μπορεί η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος, η Αρμενία και η Σερβία. Οι τρεις πρώτες είναι αντιτουρκικές και η τελευταία μπορεί να περιορίσει την Αλβανία από το να δρα ως «μακρύ χέρι» του Ερντογάν.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Το ιδιόρρυθμο, μετανεωτερικό πραξικόπημα εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ που βρίσκεται υπό εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες από ένα πανίσχυρο κομμάτι του αμερικανικού κατεστημένου έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κενό εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Μεταξύ των άλ­λων, ουσιαστικά έχει απαγορευτεί στον νέο Αμερικανό πρόεδρο να ασκεί εξωτερική πολιτική, δεδομένου ότι πυρήνας της στρατηγικής του ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, έτσι ώστε να ξεκινήσει μια προσπάθεια αποσυσπείρωσης της Ευρασίας και απομόνωσης της ανερχόμενης Κίνας.

Κατά συνέπεια, έως ότου τερματιστεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός στο αμερικανικό πλέγμα εξουσίας, οι ΗΠΑ θεωρούνται χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και οι δυνατότητες αλλά και οι προθέσεις τους να παρεμβαίνουν στο εξωτερικό είναι μη προσδιορίσιμες. Και ούτε μπορούμε να είμαστε σίγου­ροι ότι αυτή η κατάσταση θα επιλυθεί σύντομα ή ότι δεν θα κληροδοτήσει, ακόμη και μετά την όποια «επίλυσή» της, μια εγγενή ασάφεια στις γεωστρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον.

Το κενό αυτό αναμένεται, ωστόσο, να αξιοποιηθεί ως παράθυρο ευκαιρίας από την Άγκυρα, ώστε να εντείνει την επιθετικά αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο για να ενισχύσει το γεωπολιτικό της χαρτοφυλάκιο και να είναι σε θέση να επαναδιαπραγματευτεί από θέση ισχύος τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, όταν και αν αναδημιουργηθεί ο μηχανισμός εξουσίας στην Ουάσιγκτον και επανεκκινήσει η αμερικανική στρατηγική. Ως εκ τούτου, και η Ελλάδα οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα, «μετααμερικανική» τρόπον τινά κατάσταση προκειμένου να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα.

Συγκεκριμένα, η αποφασιστική παρέμβαση της Ουάσιγκτον στις κρίσεις του ελληνοτουρκικού συστήματος δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη -αν ήταν και ποτέ. Άρα η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική θα πρέπει να ξεπεράσει την... παιδική της ηλικία και να περάσει στη φάση της ενηλικίωσης όπου θα πρέπει να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να βασίζεται παρά μόνον στον εαυτό της. Παρεμπιπτόντως η παραδοχή της μειωμένης αμερικανικής επιρροής στα διεθνή θέματα γενικώς και στο ελληνοτουρκικό σύστημα ειδικότερα επ' ουδ.ενί θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια υπερβάλλουσα προσδοκία όσον αφορά στον ρόλο της Ρωσίας. Αντιθέτως το κενό εξουσίας που έχει προκύψει στην Ουάσιγκτον εξ αντικειμένου οδηγεί και τη Μόσχα σε προσωρινή γεωστρατηγική παράλυση, δεδομένου ότι τυχόν «λανθασμένες» ή «προκλητικές» γεωπολιτικές κινήσεις από πλευράς της θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από το αντιτραμπικό λόμπι των Ηνωμένων Πολιτειών και να παγιώσουν τον μισαλλόδοξο αντιρωσισμό στην αμερικανική πολιτική.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιλογές συμμαχιών και ενίσχυσης των γεωστρατηγικών σχέ­σεων της Ελλάδας με άλλες χώρες. Απλώς, αντί να αναζητούμε κάποιον παντοδύναμο γίγαντα-προστάτη έτσι ώστε να έχουμε τη φαντασίωση ότι προστατευόμαστε από κάποια πανίσχυρη δύναμη, διαιωνίζοντας εν παραλλήλω μια κατάσταση «θεσμοθετημένα» μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί οργανικό μέρος της πολιτικής φιλοσοφίας και του τρόπου διακυβέρνησης των εγχώριων ηγετικών ελίτ, μπορούμε και οφείλουμε να αναζητήσουμε ισότιμες συμμαχίες με χώρες στην περιφέρειά μας με τις οποίες έχουμε αυτή τη στιγμή συνεργατικά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. 

Δημιουργώντας έναν δακτύλιο ασφαλείας γύρω μας

Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε άλλα άρθρα του στα «Επίκαιρα», η Ελλάδα θα μπορούσε να επενδύσει στη δημιουργία ενός συμμαχικού δακτυλίου γύρω της τοποθετώντας τον εαυτό της στο κέντρο ενός σπονδυλωτού γεω-συστήματος που θα ξεκινά από τα Βαλκάνια και θα καταλήγει στην Κεντρική Ασία. Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες θα μπορούσε η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος η Αρμενία και η Σερβία. Οι δύο πρώτες είναι φύσει και θέσει αντιτουρκικές διεκδικώντας κυρίαρχο ρόλο στις ίδιες περιοχές με την Τουρκία, ενώ φαίνεται να θεωρούν την Ελλάδα εν δυνάμει παράγοντα συμβολής στις γεωπολιτικές τους φιλοδοξίες. Η δε Αρμενία είναι μια παραδοσιακά φιλελληνική και οργανικά αντιτουρκική χώρα, μικρή μεν, αλλά με μεγάλο γεωπολιτικό δυναμισμό, με ισχυρό λόμπι στην Ουάσιγκτον και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και με τη σχέση της με τη Μόσχα να ενισχύεται διαρκώς.

Όσο για τη Σερβία, επαναδιεκδικεί μια κυρίαρχη θέση στα Δυτικά Βαλκάνια, ιδιαίτερα μετά το «ορφάνεμα» της Αλβανίας και των Σκοπίων, που είχαν ταυτιστεί με το λόμπι των Δημοκρατικών στην Ουάσιγκτον. Επίσης, αναβαθμίζει κι αυτή δραστικά τις σχέσεις της με τη Ρωσία και η αυτοπεποίθησή της ενισχύεται ολοένα και περισσότερο. Μεταξύ των άλλων πλεονεκτημάτων μιας ουσιαστικής ελληνοσερβικής προσέγγισης θα ήταν και η τοποθέτηση της Αλβανίας σε μια γεωπολιτική λαβίδα που θα την καθιστούσε ιδιαίτερα προσεκτική όσον αφορά σε τυχόν επιλογές της να λειτουργεί ως «μακρύ χέρι» της Άγκυρας στην περιοχή, ενώ ο αποχαλινωμένος αλβανικός εθνικισμός πιθανώς να κινούνταν προς πιο μετριοπαθείς κατευθύνσεις.

Άποψη δε του γράφοντος είναι πως, σε αντίθεση με ό,τι κατά και ρούς υποστηρίζεται, το Ισραήλ δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτού του δακτυλίου. Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι σχέσεις με το Τελ Αβίβ θα πρέπει να οδηγηθούν σε μια «εποχή των παγετώνων». Όμως οι θεωρίες περί ελληνοϊσραηλινής-αντιτουρκικής συμμαχίας δύσκολα μπορούν να τεκμηριωθούν. Μεταξύ των άλλων, το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν θέλει να αποκτήσει έναν ακόμη εχθρό στην περιοχή.

Αντιθέτως, δείχνει πως επιδιώκει απεγνωσμένα να αποκαταστήσει και να παγιώσει μια «παγερή φιλία» με την Τουρκία, έστω κι αν για να επιτύχει κάτι τέτοιο αναγκάζεται σε ταπεινωτικές κινήσεις. Επιπροσθέτως και το Τελ Αβίβ δείχνει εδώ και καιρό να βρίσκεται σε μια διαρκή αμηχανία αναφορικά με τις γεωστρατηγικές του επιλογές, ενώ έχει εγκλωβιστεί σε μια τόσο φοβική όσο και μισαλλόδοξή αντιιρανική ρητορική που φαίνεται να αποτελεί λιγότερο αποτέλεσμα ψυχρής γεωπολιτικής ανάλυσης και περισσότερο προϊόν παρανοϊκών αναγνώ­σεων της πραγματικότητας.

Πάντως το σχήμα των ελληνικών συμμαχιών θα μπορούσε να συμπληρωθεί επίσης με τη δραστική ενίσχυση των σχέσεων με μια ευρω­παϊκή δύναμη. Για την ακρίβεια, με τη μόνη ευρωπαϊκή δύναμη, τη Γαλ­λία. Δηλαδή τη μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που έχει πλήρη και «ολιστική» γεωπολιτική ταυτότητα και δεν είναι ισχυρή αποκλειστικά στον τομέα της οικονομίας όπως είναι η Γερμανία, ενώ αποτελεί έναν μεσαίο μεν, ανερχόμενο δε διεθνή πόλο ισχύος.

Στην περισσότερο εθνοκεντρική Ευρώπη που διαφαίνεται ότι θα προκύψει τα ερχόμενα χρόνια, η Γαλλία αναμένεται να αποτελέσει κυρίαρχο δρώντα ακριβώς λόγω της «ολιστικής» γεωπολιτικής της ταυτότητας αλλά και της ανάγκης της να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα διά της γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η δε Αθήνα ενδέχε­ται να αποτελεί έναν σημαντικό εν δυνάμει σύμμαχο για το Παρίσι, κυ­ρίως λόγω της μεσογειακής φύσης και των δύο, με τη Γαλλία να δεσπό­ζει στη Δυτική Μεσόγειο και την Ελ­λάδα να αποτελεί κομβικό κράτος στα ανατολικά της Μεσογείου. Επιπροσθέτως η Γαλλία έχει παραδο­σιακούς ιστορικούς δεσμούς τόσο με την Ελλάδα όσο και με τη Σερβία. Έτσι, μια προσέγγιση των τριών χω­ρών θα μπορούσε να δημιουργή­σει ένα ισχυρό γεωπολιτικό σχήμα, προσφέροντας ταυτοχρόνως στο Παρίσι ένα σταθερό πάτημα στη Χερσόνησο των Βαλκανίων.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε εισέλθει σε μια μετααμερικανική εποχή και θα πρέπει να αρχίσουμε να επανα­σχεδιάζουμε μια εθνική γεωστρατηγική, αυτή τη φορά ξεκινώντας από τα κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Θα πρέπει, δηλα­δή, να επενδύσουμε σε ρεαλιστικές και ισότιμες συμμαχίες με χώρες με τις οποίες μπορούμε να συνεννοηθούμε και όχι να καταφύγουμε στη δουλική ταύτιση με κάποιον υποτιθέ­μενα παντοδύναμο επικυρίαρχο και κατόπιν να αφήσουμε τις επιμέρους σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη να διαμορφωθούν «αβίαστα» με κυρίαρ­χο κριτήριο την ταύτιση αυτή. 

__________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-17/03-30/03/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙ-STEALTH ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ


Απάντηση στην απειλή των τουρκικών F-35.
ΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΑΚΡΙΒΑ ΜΑΧΗΤΙΚΑ, ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΜΕ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ, ENΩ ΤΑ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΑ F-35 ΘΑ ΛΑΜΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ.
Η ΑΓΟΡΑ Ή Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΠΟΛΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΡΑΝΤΑΡ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ RCS.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Πάγια άποψη του γράφοντος, όπως έχει εκφραστεί και σε προηγούμενα άρθρα του στα «Επίκαιρα», είναι ότι η απειλή των τουρκικών F-35 για την ελληνική Άμυνα δεν αντιμετωπίζεται με την αγορά F-35 και από την Ελλάδα. Ένα «αόρατο» στα ραντάρ μαχητικό δεν αντιμετωπίζεται από ένα άλλο «αόρατο». Και παρόλο που η πρόσφατη ανακοίνω­ση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας περί πρόθεσης αγοράς F-35 δεν στερείται γεωπολιτικής λογικής και προσφέρει ένα διπλωματικό χαρτί στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης, παραμένει εντούτοις ο κίνδυνος εγκλωβισμού σε ένα πανάκριβο οπλικό σύστημα-φετίχ, η αγορά του οποίου θα «ρουφήξει» τα λιγοστά διαθέσιμα κονδύλια για την Άμυνα.

Το αποτέλεσμα θα είναι η βάση της πυραμίδας της στρατιωτικής ισχύος της χώρας να αποσαθρωθεί ακόμη περισσότερο, με τα εντυπωσιακά F-35 να λάμπουν στην κορυφή της, ενώ η ίδια θα απειλείται με εκ βάθρων κατάρρευση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα και F-35 στο τουρκικό οπλοστάσιο δεν συνιστούν μια καινοφανή απειλή για την ελληνική Άμυνα. Παρά το γε­γονός ότι ιστορικά μία και μόνη πο­λεμική ικανότητα -εν προκειμένω τα χαρακτηριστικά stealth- ουδέ­ποτε προσέφερε για μεγάλο χρονι­κό διάστημα κάποιο αποφασιστικό πλεονέκτημα σε όποιον την κατείχε, δεδομένου ότι πολύ γρήγορα εμφα­νίζονταν «αντίδοτά» της, παραμένει η ανάγκη και για τα F-35 να βρούμε κάποιο «αντίδοτο». «Αντίδοτα» για την ακρίβεια.

Η μονοκαλλιέργεια είναι επικίνδυ­νη και όσον αφορά στην ανάπτυξη αντιμέτρων για κάποια ικανότητα. Και η αδρανοποίηση των ικανο­τήτων stealth των τουρκικών F-35 δεν μπορεί να γίνει μόνο με την τοποθέτηση ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) στα μαχητικά αε­ροσκάφη F-16, στο πλαίσιο του σχεδιαζόμενου εκσυγχρονισμού τους. Απαιτείται ένα πλέγμα αισθητήρων διαφόρων τύπων, που μπορεί να αποτελείται τόσο από υπάρχοντα όσο και από νέα συστήματα. Και πριν τη δημιουργία αυτού του πλέγ­ματος απαιτείται η διαμόρφωση μιας σοβαρής επιστημονικής βάσης αναφορικά με τις ικανότητες stealth και anti-stealth. Και, απ' ό,τι φαίνε­ται, η Πολεμική Αεροπορία έχει ήδη κάνει σοβαρή δουλειά σε αυτό τον τομέα.

Κρίσιμα αεροπορικά θέματα στο 5ο Διεθνές Συνέδριο

Ένα δείγμα αυτής της δουλειάς είχαμε την ευκαιρία να δούμε πρό­σφατα στο 5ο Συνέδριο Αεροπορικής Ισχύος που διεξήχθη στις εγκαταστάσεις της Σχολής Ικάρων στο Τατόι, οι εργασίες της οποίας ολο­κληρώθηκαν την Παρασκευή 17 Φεβρουάριου. Το συνέδριο πραγ­ματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο «Υποσμηναγός (I) Νικόλαος Σιαλμάς» στην αεροπορική βάση Δεκέλειας και θέμα του ήταν «Η αεροπορική ισχύς σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον» (Air power in a contested environment»). Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Αεροπορίας, στη διάρκεια του συνεδρίου συζητήθηκαν θέματα όπως η μετεξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας, οι αεροπορικές επιχειρήσεις σε διακλαδικό περιβάλλον, η τεχνολογία και ο ρόλος της στην Εθνική Άμυνα, καθώς και κρίσιμα αεροπορικά θέματα.

Μεταξύ των άλλων ομιλητών ήταν ο ναύαρχος (ε.α.) James Stavridis (πρώην SACEUR & πρύτανης του Fletcher School, Tufts University, Medford, USA), ο αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας της Ισπανίας, ο υπαρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο διοικητής του Αεροπορικού Στρατηγείου Ramstein, ο αρxηγός Τακτικής Αεροπορίας, αντιπτέραρχος (I) Γεώργιος Μπλιούμης, και ο υποδιοικητής του Joint Air Power Competence Centre (JAPCC) και διοικητής Τακτικής Αεροπορίας της Γερμανίας.

Τη δεύτερη μέρα του συνεδρίου, στην ενότητα «Κρίσιμα αεροπορικά θέματα», ο αντισμήναρχος (ΜΗ) της Πολεμικής Αεροπορίας Κ. Ζηκίδης μαζί με τον επισμηναγό (I) Α. Γκιολέ εστίασαν στο θέμα «Η απειλή των Α/Φ stealth». Οι δύο αξιωματικοί παρουσίασαν μια εργασία τρισδιάστατης μοντελοποίησης του F-35, χρησιμοποιώντας φωτογραφίες και πληροφορίες από ανοιχτές πηγές, με σκοπό τον υπολογισμό της διατομής ραντάρ του αεροσκάφους (RCS) με τη βοήθεια υπολογιστικού ηλεκτρομαγνητισμού (computational electromagnetics). Με βάση την εργασία των Ελλήνων αξιωματικών, το F-35 όντως επιτυγχάνει ίχνος στο ραντάρ της τάξης του 0,01 m2,δηλαδή περίπου εκατό φορές μικρότερο από αυτό του F-16. Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το F-35 παρουσιάζει χαμηλό ίχνος στον εμπρόσθιο τομέα, αλλά από πίσω και ιδίως πλευρικά το ίχνος του στο ραντάρ δεν είναι τόσο μικρό, ενώ παρουσιάζει το χαμηλότερο RC5 σε υψηλές μπάντες συχνοτήτων, όπως στην X-Band -σε αυτή λειτουργούν τα ραντάρ των αεροσκαφών- και σε υψηλότερες μπάντες -σε αυτές που λειτουργούν τα ραντάρ πυραύλων αέρος-αέρος. Αντιθέτως, παρουσιάζει αρκετά υψηλότερο RCS σε χαμηλότερες μπάντες, όπως στην L-Band, και ακόμα χαμηλότερα (VHF Band). Η εργασία των δύο αξιωματικών επισημαίνει ότι σε τέτοιες συχνότητες είναι λιγότερο αποδοτικά και τα υλικά απορρόφησης της ακτινοβολίας των ραντάρ (RAM). Από μόνη της, η συγκεκριμένη εργασία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό μέρος της γνωσιακής βάσης πάνω στην οποία μπορεί να αρχίσει να οικοδομείται η στρατηγική anti-stealth των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Άποψη του γράφοντος είναι ότι στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο υπάρχοντα όσο και νέα μέσα. Για παράδειγμα, η δικτυακή ενοποίηση επίγειων ραντάρ, που θα καταυγάζουν τα εισερχόμενα στο Αιγαίο «αόρατα» τουρκικά μαχητικά από διαφορετικές γωνίες, και εν συ­νεχεία η σύνθεση των δεδομένων τους (data fusion) σε πραγματικό - χρόνο, έτσι ώστε να προκύπτει μια ενοποιημένη εικόνα, είναι δυνατόν να αναβαθμίσει δραστικά τις ικανότητες εντοπισμού αεροσκαφών stealth των υπαρχόντων μέσων. Όσον αφορά δε στην απόκτηση νέων επίγειων ραντάρ, τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη τεχνολογιών νιτριδίου του γαλλίου (GaN) επιτρέπει την κατασκευή οικονομικών, πολύ μικρών και εύκολα μετακινούμενων ραντάρ αεράμυνας με κεραίες ηλε­κτρονικής σάρωσης υψηλής απόδοσης. Κι αυτό γιατί οι ημιαγωγοί GaN είναι μικρότεροι και πιο ελαφριοί από τους αγωγούς αρσενικούχου γαλλίου (GaAs), που μέχρι τώρα κατά κανόνα χρησιμοποιούνταν.

Επίσης, τα στοιχεία GaAS αντέχουν θερμοκρασίες μέχρι 150 βαθμούς Κελσίου, ενώ τα GaN 2.500 βαθμούς Κελσίου, άρα έχουν πολύ μικρότερες απαιτήσεις ψύξης μειώνοντας δραστικά το βάρος και το κόστος του συστήματος.

Βρίσκουν... ίχνη

Επίσης όπως υπογραμμίζεται στην εργασία των δύο Ελλήνων αξιωματικών, τα ραντάρ χαμηλών συχνοτήτων, ιδιαίτερα αυτά που δουλεύουν στα VHF, μπορεί να έχουν πολύ αξιόλογες επιδόσεις στον εντοπισμό αεροσκαφών stealth, δεδομένου ότι το «έξυπνο δέρμα» των αεροσκαφών αυτών, δηλαδή η επίστρωση με υλικά RAM που απορροφούν την προσπίπτουσα ακτινοβολία ραντάρ, δεν λειτουργεί καλά με αυτές τις συχνότητες.

Αυτό σημαίνει ότι η αγορά παρόμοιων συστημάτων ή, ακόμη καλύτερα, η ανάπτυξη εγχώριων μπορεί να προσφέρει σοβαρές λύσεις. Επίσης, η αγορά ή η εθνική ανάπτυξη πολυστατικών ραντάρ (multi static) μπορεί να προσφέρει κρίσιμης σημασίας ικανότητες εντοπισμού αεροσκαφών με πολύ μικρό RCS. Και η κατασκευή παρόμοιων συστημάτων είναι μέσα στα όρια των ελληνικών τεχνολογικών ικανοτή­των. Στο πλαίσιο δε αυτής της προ­σπάθειας θα πρέπει να εξετάσουμε και το ενδεχόμενο συνεργασιών με άλλες χώρες ιδιαίτερα με χώρες της περιοχής ώστε να υπάρχει τεχνολογική και γεωπολιτική ισοτιμία και να αποφευχθούν φαινόμενα «καπελώματος». Μια υποψήφια για ανάλογες συνεργασίες χώρα είναι η Σερβία, η οποία έχει αναπτύξει πολύ σοβαρή στρατιωτική τεχνολογία τόσο στον συγκεκριμένο τομέα όσο και γενικότερα.

Επιπλέον, στον χώρο των τεχνολο­γιών anti-stealth, όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα άρθρα, υπάγονται και ηλεκτρονικά συστήματα παθητικού εντοπισμού που επιδιώκουν να εντοπίσουν τα αερο­σκάφη από την ηλεκτρομαγνητική «μόλυνση» που παράγουν κατά την πτήση τους ακόμη κι αν έχουν κλει­στά τα ραντάρ τους και τα συστήμα­τα επικοινωνιών, όπως είναι τα τσε­χικά Tamara και Vera, καθώς και ηλε­κτροπτικοί αισθητήρες που τοπο­θετούνται σε μαχητικά αεροσκάφη. Ένα εντυπωσιακό σχετικό σύστημα, για το οποίο έχουμε γράψει και στο παρελθόν, είναι της Selex Galileo και τοποθετείται στα σουηδικά μαχητι­κά αεροσκάφη JAS-39 Gripen NG. Ο αισθητήρας αυτός αναζητεί το θερμικό ίχνος που παράγεται από την τριβή του αεροσκάφους στην ατμό­σφαιρα (aerodynamic heating). Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι τα υλικά RAM του F-35, τα οποία απορροφούν την προσπίπτουσα ακτινοβολία ραντάρ, είναι πολύ ευ­παθή στη θερμότητα, με αποτέλε­σμα το αεροσκάφος να παρουσιάζει μεγαλύτερο θερμικό ίχνος τριβής από ένα συμβατικό αεροσκάφος και να γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό.

Εν κατακλείδι, τα «αόρατα» τουρ­κικά μαχητικά ναι μεν θα είναι επικίνδυνα, αλλά επ' ουδενί ανίκητα. Υπάρχουν πολλά «αντίδοτα» γι΄ αυτά και ευτυχώς όπως διαπιστώ­σαμε στο πρόσφατο Συνέδριο Αεροπορικής Ισχύος η Πολεμική Αε­ροπορία διαθέτει το έμψυχο δυνα­μικό που μπορεί να αναλάβει την οργάνωση των διαδικασιών αντι­μετώπισής τους.

__________________
* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-03/03-16/03/17)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία! Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο μας δεν αποτελούν θέση ή άποψη δική μας άλλα Πολιτών και Blogger. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών. Ιδιαίτερα άρθρα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις - Σώματα Ασφαλείας και τους Αποστράτους των.

EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ 23 ΙΑΝ. 2010



ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ TWITTER

 
Copyright © 2016. ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟ - All Rights Reserved
Template Created by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ Published by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ