Αρχική » , , , , , , , » Η ΧΩΡΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ, Η ΑΜΥΝΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η ΧΩΡΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ, Η ΑΜΥΝΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ

Είναι κατανοητό όταν μια χώρα διέρχεται μια τέτοια δομική οικονομική κρίση, όπως αυτή που ζει κατά τα τελευταία έξι χρόνια η Ελλάδα, να προσπαθεί να απωθήσει για άλλη στιγμή στο μέλλον επιβεβλημένες αμυντικές δαπάνες που απορρέουν από την απροκάλυπτη απειλή εκ μέρους της Τουρκίας. Παλαιότερα η «τρόικα» και τώρα οι «θεσμοί» δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα. Παρεμβαίνουν ανοικτά και ζητούν επιτακτικά την περικοπή των αμυντικών δαπανών, θέτοντας σε άμεσο ανταγωνισμό τις κοινωνικές με τις αμυντικές δαπάνες, με το δίλημμα ή κάνετε κι άλλη μείωση των αμυντικών δαπανών ή κόβετε κι άλλο τις συντάξεις, ακόμη και τις κατώτατες.

Το 1938, όταν η Ελλάδα προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Κοινωνίας των Εθνών καταγγέλλοντας ως επαχθές το δημόσιο χρέος της, η θετική για την Ελλάδα απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου δέχθηκε ως βάσιμο επιχείρημα την προτεραιότητα που έχουν, έναντι της πληρωμής του δημοσίου χρέους, οι βασικές ανάγκες του ελληνικού λαού αλλά και οι ανάγκες της εθνικής άμυνας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα, όπως και οποιαδήποτε άλλη χώρα σε ανάλογη θέση, έχει το δικαίωμα έναντι της πληρωμής του εξωτερικού χρέους να δίνει προτεραιότητα στις βασικές ανάγκες του λαού της αλλά και στις αναγκαίες δαπάνες για την εθνική της άμυνα.

Η επιβολή στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των Μνημονίων, περικοπών στην άμυνά της πέρα από κάθε λογικό όριο, που προσδιορίζεται από την ύπαρξη, το μέγεθος και την αμεσότητα της απειλής υπονομεύει σε δομικό επίπεδο την ελληνική εθνική άμυνα και την αξιοπιστία της όπως και την αποτρεπτική της ισχύ. Η επιμονή, μάλιστα, των δανειστών σε περικοπές που από οικονομική άποψη δεν συνιστούν αξιόλογο οικονομικό μέγεθος εμβάλλει σε υποψίες ότι η εμμονή στις περικοπές των αμυντικών δαπανών μπορεί να ενέχει και άλλα κίνητρα. Μπορεί, δηλαδή, να εντάσσεται σ' ένα ολοκληρωμένο σχέδιο γεωοικονομικού και γεωπολιτικού ελέγχου της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ισχυρός εθνικός στρατός συνιστά αντίστοιχα ισχυρό παράγοντα εθνικού αυτοπροσδιορισμού και κυριαρχίας και εμπόδιο σε οποιαδήποτε σενάρια επιβολής απαράδεκτων λύσεων σε εθνικά θέματα και ενδεχομένων ανακατατάξεων και μεταλλάξεων στον ελληνικό εθνικό χώρο.

Η Ελλάδα, όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί, δεν είναι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Δεν είναι Πορτογαλία, Δανία ή Λουξεμβούργο. Είναι στη διαχωριστική γραμμή δύο κόσμων, του χριστιανικού και του μουσουλμανικού, και αντιμετωπίζει απειλή στον εθνικό της χώρο από τη γειτονική Τουρκία. Η απειλή αυτή δεν είναι θεωρητική. Είναι συγκεκριμένη και εκδηλώνεται με τη μορφή αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων σε όλη τη γραμμή του εθνικού χώρου, από την Κύπρο ως τη Θράκη.

Η ένταξη των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δύο πολιτικοστρατιωτικών συνασπισμών, αναχαίτισε σ' έναν βαθμό και για μια περίοδο τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών. Η ένταξη όμως στο ΝΑΤΟ καθησύχασε και τους φόβους της Άγκυρας έναντι της Σοβιετικής Ενώσεως, που είχαν αναζωπυρωθεί μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Άγκυρα αισθάνθηκε πιο ασφαλής, βασιζόμενη στο άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, περί αυτόματης αλληλεγγύης μεταξύ των μελών σε περίπτωση επιθέσεως από τρίτη χώρα.

Το αίσθημα αυτό επέτρεψε στην Τουρκία να παλινδρομήσει σε παλαιές πολιτικές και συμπεριφορές έναντι της Ελλάδος με αφορμή το Κυπριακό. Εκμεταλλεύθηκε γι' αυτό την ιδιαίτερη στρατηγική σημασία που είχε για το ΝΑΤΟ λόγω της γεωστρατηγικής της θέσεως, του μεγέθους της και του μουσουλμανικού πληθυσμού της. Άρχισε, συγκεκριμένα, να χρησιμοποιεί το πλαίσιο του ΝΑΤΟ κατά της Ελλάδος, εγείροντας συνεχώς νέες διεκδικήσεις σε βάρος της και συνδέοντας τις αμφισβητήσεις και τις διεκδικήσεις της με τις πολιτικές και τις τακτικές του ΝΑΤΟ, ειδικότερα με τον επιχειρησιακό έλεγχο στο πλαίσιο της Συμμαχίας.

Διαφορετική η κατάσταση, ακόμη μεγαλύτερη η απειλή

Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αλλά και την πρώτη περίοδο που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και του Ανατολικού Συνασπισμού. Η Τουρκία εξακολουθεί να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και να προσπαθεί πάντα να το εκμεταλλευθεί προς όφελος της. Η νέα όμως πολιτική που εισήγαγε ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, έντονα ισλαμική και νεοαυτοκρατορική, δεν εμπνέει την ίδια εμπιστοσύνη που είχε προηγουμένως η Άγκυρα στην Ουάσιγκτον. Αυτό είναι φανερό στον πόλεμο της Συρίας. Οι πολιτικές των δύο χωρών αποκλίνουν ουσιαστικά, παρά την αρχική συνεργασία.

Η Ουάσιγκτον, αγόμενη από τις γνωστές αντιρωσικές εμμονές της και θέλοντας να προωθήσει τον εναλλακτικό ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης από το Κατάρ αλλά και να αλλάξει το καθεστώς της Συρίας σε βάρος της ρωσικής παρουσίας αλλά και της παρουσίας του Ιράν, ενεπλάκη, για μια ακόμη φορά, στο παιχνίδι της χρησιμοποιήσεως του ισλαμικού παράγοντα ως γεωπολιτικού όπλου. Συνεργάσθηκε στο παιχνίδι αυτό με την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Οι τελευταίες χώρες είχαν όμως τη δική τους ημερήσια διάταξη και τους δικούς τους ιδιαίτερους στόχους, εμπνεόμενους από το σουνιτικό Ισλάμ και τις επιμέρους πολιτικές φιλοδοξίες της καθεμιάς χώρας. Η Τουρκία ειδικότερα βρήκε στην ισλαμική εμπλοκή στη Συρία τη σύνδεση μεταξύ των νεοοθωμανικών φιλοδοξιών της με μια ιδεολογία που υπήρξε στο παρελθόν ο κινητήρας της αυτοκρατορίας και της επεκτάσεώς της.

Η Σαουδική Αραβία, κινούμενη από τον γεωπολιτικό αλλά και τον θρησκευτικό ανταγωνισμό της προς το Ιράν, εγκατέλειψε την παραδοσιακή πολιτική της απομονώσεως και ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο για την επιβολή, ως κυρίαρχου παράγοντα στη Μέση Ανατολή, ενός αναγεννημένου και φανατικού σουνιτικού Ισλάμ, κατά το παράδειγμα του ίδιου του θεοκρατικού καθεστώτος της. Προς την ίδια κατεύθυνση πρωταγωνίστησε επίσης το μικρό αλλά πλουσιότατο Κατάρ, το οποίο διέβλεπε τεράστιες προοπτικές εξαγωγών φυσικού αερίου στην Ευρώπη στην περίπτωση που ανατρεπόταν το καθεστώς Άσαντ. Πολλές φορές στην ιστορία οι παράπλευρες συνέπειες είναι πολύ σημαντικότερες από τους επισήμως επιδιωκόμενους και διακηρυγμένους στόχους. Η σύγκλιση δυνάμεων και η στενή συνεργασία μεταξύ ισλαμικών χωρών, που επενδύουν τις φιλοδοξίες τους στον ισλαμικό θρησκευτικό φανατισμό, διανοίγουν προοπτικές δημιουργίας ενός αυτόνομου ισλαμικού παράγοντα στην περιοχή και μιας ισλαμικής συμμαχίας.

Η προοπτική αυτή δεν είναι άσχετη με τη γεωπολιτική θέση και την εθνική άμυνα της Ελλάδος και είναι μια νέα παράμετρος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που περιλαμβάνει τον ισλαμικό παράγοντα ως ευρύτερο πλέον και όχι μόνο τουρκικό παράγοντα.

Οι εξελίξεις αυτές έχουν διφορούμενες συνέπειες για την Άγκυρα. Μεγαλώνουν αφ' ενός την απόσταση που τη χωρίζει από τους στόχους της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Αυτό αφορά ιδιαίτερα στον παράγοντα των Κούρδων, για τον ρόλο του οποίου υπάρχει ανοικτή διάσταση απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Ενισχύουν αφ' ετέρου μια πιο αυτόνομη και ισλαμική πορεία της Άγκυρας. Η πορεία αυτή δεν τη φέρνει σε σύγκρουση μόνο με τις ΗΠΑ. Την έχει ήδη οδηγήσει σε πλήρη ρήξη με τη Ρωσία, γεγονός που σηματοδοτεί και το τέλος μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου.

Οι σχέσεις Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν πάντα σχεδόν ανταγωνιστικές, αν και λίγοι θυμούνται ότι οι Ρώσοι του τσάρου διέσωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την επίθεση των Αιγυπτίων του Μωχάμετ Άλη λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση του '21, όταν ο στρατός των Αιγυπτίων είχε φθάσει κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τα άλλα όμως οι σχέσεις των δύο χωρών σημαδεύθηκαν από πέντε ρωσοτουρκικούς πολέμους. Η κατάσταση άλλαξε μετά την Επανάσταση του 1917. Ο Λένιν, πιεζόμενος από τη Δυτική Συμμαχία της Εγκάρδιας Συνεννοήσεως (Entente), που είχε οργανώσει εκστρατεία στην Ουκρανία κατά της Επαναστάσεως, προσέγγισε τον Κεμάλ. Η προσέγγιση αυτή ήταν μοιραία για τον Ελληνισμό. Η Τουρκία διασώθηκε, για δεύτερη φορά, από τη Ρωσία του Λένιν. Ο τελευταίος παραιτήθη εκ μέρους της Ρωσίας από τις συνεννοήσεις που είχαν γίνει μεταξύ των Συμμάχων για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε συνέχεια των περίφημων μυστικών συμφωνιών Sykes-Picot μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας.

Η σχέση αυτή Τουρκίας και Σοβιετικής Ενώσεως διαταράχθηκε από την πολιτική του επιτήδειου ουδέτερου που ακολούθησε η Άγκυρα κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τέλος του Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν διεκδίκησε την επιστροφή των επαρχιών του Καρς και του Αρνταχάν, που είχαν παραχωρηθεί με όρους από τον Λένιν στην Τουρκία του Κεμάλ. Διεκδίκησε επίσης τη διεθνοποίηση των Στενών και ρωσική στρατιωτική παρουσία σ' αυτά ως εγγύηση ελεύθερης προσβάσεως της Σοβιετικής Ενώσεως στη Μεσόγειο. Ο Ψυχρός Πόλεμος και το Δόγμα Τρούμαν του 1947 ήρθαν ως από μηχανής θεός για την Άγκυρα και ύψωσαν πάνω απ' αυτή αιγίδα προστασίας. Το 1952 ακολούθησε η ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.

Η ρήξη Μόσχας Άγκυρας δεν συνδέεται με το ΝΑΤΟ

Η σημερινή ρήξη στις σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας έχει διμερή χαρακτήρα και δεν συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Ο χαρακτήρας αυτός έχει άμεση σχέση με την αυτονόμηση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ και την άσκηση απ' αυτή ανεξάρτητης και ισλαμικής πολιτικής, κατά πρώτο λόγο στη Συρία. Η Τουρκία προσπαθεί για τον λόγο αυτό να ρυμουλκήσει το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ στο πλευρό της στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Ένας τρόπος για να το επιτύχει πιστεύει ότι είναι η αντιρωσική πλειοδοσία στις εστίες εντάσεως στον Καύκασο και την Ουκρανία, ώστε να υποδαυλίσει προς όφελος της τα αντιρωσικά σύνδρομα των ΗΠΑ.

Μέσα στο γενικό αυτό πλαίσιο, η Άγκυρα, ως απαραίτητο μέρος μιας στρατηγικής που έχει στόχο την ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη, κτίζει μεθοδικά και συστηματικά μια ανεξάρτητη στρατιωτική ισχύ, υποστηριζόμενη από μια αντίστοιχη πολεμική βιομηχανία. Ακολουθώντας τη στρατηγική αυτή με συνέπεια και σταθερότητα, κατόρθωσε να επιτύχει θεαματικά αποτελέσματα σε όλους τους τομείς σε διάστημα δεκαπέντε περίπου ετών.

Η τουρκική πολεμική βιομηχανία κατασκευάζει σήμερα πολεμικά πλοία όλων των κατηγοριών, περιλαμβανομένων των υποβρυχίων S-814, τα οποία έχει και η ελληνική πλευρά. Έχει κάνει επίσης τεράστιες προόδους στην αεροναυπηγική βιομηχανία και αναπτύσσει πρόγραμμα εθνικού μαχητικού. Παρόμοιες είναι οι πρόοδοι που έχει επιτύχει στους τομείς των οπλικών συστημάτων του στρατού ξηράς, που περιλαμβάνουν άρματα μάχης τουρκικής κατασκευής, πυροβόλα και πολυπυραυλικά συστήματα, πυραύλους εδάφους - εδάφους. Περιλαμβάνουν επίσης πυραύλους αέρος - εδάφους και εδάφους - αέρος (αντιαεροπορικούς). Στους πυραύλους αέρος - εδάφους είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ο πύραυλος SOΜ τεχνολογίας Κρουζ, με βεληνεκές 240 χιλιομέτρων. Ο πύραυλος αυτός μπορεί να απειλήσει τον ελληνικό στόλο στο Αιγαίο αλλά και άλλα κρίσιμα κεφάλαια της ελληνικής άμυνας.

Η Άγκυρα διαθέτει τεράστιους προϋπολογισμούς για την ανάπτυξη της πολεμικής της βιομηχανίας και της στρατιωτικής της ισχύος, γιατί πιστεύει ότι αυτό είναι το βάθρο για την ανάδειξή της σε περιφερειακή δύναμη. Πιστεύει επίσης, σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο και την Ελλάδα και την Κύπρο, ότι η ανατροπή κάθε ισορροπίας, ιδιαίτερα στον αεροναυτικό τομέα, θα της εξασφαλίσει στρατηγικό πλεονέκτημα και θα της επιτρέψει να κατακτήσει τους στόχους της στο Αιγαίο και στην ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου από θέση ισχύος, χωρίς ν' αναγκασθεί να καταφύγει σε γενικευμένο πόλεμο που κρύβει κινδύνους.

Σοβαρά επεισόδια στις Οινούσσες

Οι τουρκικές προκλήσεις στις Οινούσσες είναι ένα άλλο επεισόδιο του συστηματικού πολέμου των αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων που διεξάγει η Άγκυρα σε όλο το Αιγαίο, επιλέγοντας κάθε φορά ένα σημείο για ν' αναδείξει μια διαφορετική πτυχή του συνολικού σχεδίου των αμφισβητήσεών της. Πότε επικεντρώνει τις προκλήσεις της στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελορίζου για ν' αμφισβητήσει την επήρειά του στην ελληνική ΑΟΖ. Πότε επικεντρώνει τις προκλήσεις της στη Λαδοξέρα νησίδα, κοντά στη Σαμοθράκη, όπου πιθανολογείται ότι ο βυθός κρύβει μεγάλα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Πότε επικεντρώνει τις προκλήσεις της στο Κεντρικό Αιγαίο για να προωθήσει τους ισχυρισμούς της για δήθεν νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας και «κατεχόμενα» από την Ελλάδα και τις αυθαίρετες αξιώσεις της για έρευνα και διάσωση σ' όλο το Αιγαίο.

Οι προκλήσεις ειδικότερα στις Οινούσσες συνδέονται με τις νεόκοπες θεωρίες της για δήθεν νησιά απροσδιόριστης κυριαρχίας τα οποία «κατέχονται» από την Ελλάδα. Στην προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος για τη νησίδα Βάτος, κοντά στις Οινούσσες. Συνδέονται επίσης με τα προβαλλόμενα από την Άγκυρα «δικαιώματα» για έρευνα και διάσωση σε όλο το Αιγαίο.

Η έρευνα και διάσωση βρίσκεται στην επικαιρότητα με τη συνεχή ροή στο Αιγαίο προσφύγων και λαθρομεταναστών. Η Άγκυρα εκμεταλλεύεται το θέμα και από τη σκοπιά αυτή για να προβάλει «δικαιώματα» έρευνας και διασώσεως σε όλο το Αιγαίο με άλλοθι τη διάσωση των προσφύγων, άσχετα από θαλάσσια σύνορα και κυριαρχίες. Είναι ένα άλλο δείγμα του τιμήματος που καλείται να πληρώσει η Ελλάδα για την πολιτική των ανοικτών συνόρων, με βάση την Ευρωπαϊκή Οδηγία για το Άσυλο.

Η ευθεία αμφισβήτηση εθνικού εδάφους από την Άγκυρα προσδίδει στις νέες προκλήσεις πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο θερμού επεισοδίου και κρίσεως στο Αιγαίο. Η Άγκυρα, μετά τη δεινή ήττα στη Συρία και τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που αντιμετωπίζει εκεί, έχει ανάγκη από αντισταθμιστική επίδειξη ισχύος στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο οποίο πιστεύει ότι έχει πλεονεκτήματα και ισχυρή θέση.

Στρατιωτική ισορροπία, οικονομική κρίση και Μεταναστευτικό

Το αμυντικό πρόβλημα της χώρας είναι σήμερα τρισδιάστατο: στρατιωτικό, οικονομική αποδυνάμωση της χώρας και ασύμμετρες απειλές. Η καθήλωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της χώρας επί μία σχεδόν δεκαετία, η αποτυχία να αξιοποιηθούν οι σημαντικοί πόροι που διετέθησαν στο παρελθόν για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και οι γιγαντιαίοι εξοπλισμοί στους οποίους επιδίδεται η Άγκυρα διευρύνουν το χάσμα σε βάρος της ελληνικής πλευράς στην ισορροπία δυνάμεων.

Τα πράγματα έχουν φθάσει σε πολύ επικίνδυνο σημείο, που μπορεί να γίνει πειρασμός για την ανάληψη δράσεως από την άλλη πλευρά. Είναι εξαιρετικά επείγον να αναληφθούν δράσεις για την άμεση βελτίωση της ισορροπίας δυνάμεων σε ορισμένους κρίσιμους τομείς. Δεν υπάρχει επίσης κανένα περιθώριο για την αποδοχή νέων περικοπών αμυντικών δαπανών, που θα καθιστούσαν την κατάσταση πολύ χειρότερη αντί να την επανορθώσουν. Παραλλήλως, χρειάζεται επίσης διπλωματική δράση για την εξασφάλιση διεθνών ερεισμάτων.

Από τη δράση αυτή δεν πρέπει να απουσιάζει ο ρωσικός παράγων, στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.

Είναι γνωστές οι αμερικανικές «αλλεργίες» σε οποιαδήποτε σκέψη για τη βελτίωση και ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων.

Διακυβεύεται όμως για την Ελλάδα η ασφάλεια του εθνικού της χώρου και η κατοχύρωσή της αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα.

Η οικονομική αποδυνάμωση της χώρας συνιστά, κατά δεύτερο λόγο, τεράστιο πρόβλημα και για την εθνική άμυνα. Η χώρα πρέπει να βρει τρόπο και, αν χρειασθεί, να πάρει γενναίες αποφάσεις για την έξοδό της από τη σημερινή κρίση, για την οποία δεν φαίνεται ακόμη φως στην άκρη της σήραγγας. Οι αποφάσεις δεν πρέπει να αποκλείουν την κήρυξη, στην ανάγκη, μορατόριουμ στο εξωτερικό χρέος, εάν δεν υπάρχει άλλη λύση, και την έξοδο της Ελλάδος από την Ευρωζώνη.

Η χώρα έχει ανάγκη να αναπτύξει την πρωτογενή της παραγωγή και να διαμορφώσει εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει κοινή αναπτυξιακή πολιτική και περιορίζεται μόνο στην κοινή αγορά, που ευνοεί τους ισχυροτέρους. Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες εθνικής ασφάλειας δεν επιτρέπουν άλλες περικοπές αμυντικών δαπανών, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αντιθέτως, επιβάλλουν την επείγουσα κάλυψη μεγάλων κενών στο αμυντικό σύστημα, ώστε να κατοχυρωθούν η ασφάλεια και η ειρήνη.

Κατά τρίτο λόγο, η χώρα έχει ενώπιον της μια νέα, ασύμμετρη απειλή, την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Η ανεξέλεγκτη είσοδος στη χώρα προσφύγων και λαθρομεταναστών και η δημιουργία μουσουλμανικών πυρήνων και εστιών σ' όλη τη χώρα είναι μια βραδυφλεγής βόμβα που μπορεί να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα και να απειλήσει την εσωτερική της ασφάλεια. Υπονομεύει επίσης, σε προοπτική, την εθνική συνοχή και τον γεωπολιτικό χαρακτήρα της χώρας. Η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια να πειραματίζεται ή να επιδεικνύει ανοχή και εφησυχασμό σ' αυτά τα θέματα.

Η ευρωτουρκική συμφωνία για τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες είναι εύθραυστη και ανεπαρκής. Δεν μπορεί ν' αποτελέσει εγγύηση για την Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι όμηρος της Άγκυρας και των εκβιασμών της. Ήδη η τελευταία απειλεί την Ευρώπη ότι αν δεν άρει τη βίζα για τους Τούρκους υπηκόους μέχρι τον Ιούνιο θα καταγγείλει την ευρωτουρκική συμφωνία για τους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες. Η Ελλάδα πρέπει να αναλάβει τον έλεγχο των συνόρων της και αυτό συνεπάγεται την αναστολή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για το Άσυλο για λόγους εκτάκτων συνθηκών και εθνικής ασφάλειας.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ 22/04-28/04/16 – ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ Πρέσβης ε.τ.)

__________________
Υ.Γ.: Το παρόν άρθρο δημιουργήθηκε σε μορφή κειμένου (με κόπο και σε βάρος της πρεσβυωπίας μας) από το ιστολόγιο μας, όπως συμβαίνει ΠΑΝΤΑ σε άρθρα εφημερίδων ή περιοδικών. Παρακαλούνται όποια «μεγάλα» site ή blog ή διάφορες ενώσεις τα αναδημοσιεύουν να βάζουν την πηγή του ιστολογίου μας ώστε να τηρείται η στοιχειώδης δεοντολογία!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια δημοσιεύονται με μια καθυστέρηση και αφού τα δει κάποιος από τη διαχείριση και όχι για λογοκρισία αλλά έλεγχο για: μη αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις ή υβριστικά μηνύματα ή δεσμούς (Link) με σεξουαλικό περιεχόμενο. Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.

EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ 23 ΙΑΝ. 2010

EΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

 
Copyright © 2016. ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ - All Rights Reserved
Template Created by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ Published by ΣΤΑΡΑΤΑ ΛΟΓΙΑ